to hydrate
Πλήρης κλίση του ρήματος ενυδατώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ενυδατώνω
εσύ ενυδατώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ενυδατώνει
εμείς ενυδατώνουμε
εσείς ενυδατώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ενυδατώνουν / ενυδατώνουνε
Παρατατικός
εγώ ενυδάτωνα
εσύ ενυδάτωνες
αυτός/αυτή/αυτό ενυδάτωνε
εμείς ενυδατώναμε
εσείς ενυδατώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενυδάτωναν / ενυδατώναν / ενυδατώνανε
Αόριστος
εγώ ενυδάτωσα
εσύ ενυδάτωσες
αυτός/αυτή/αυτό ενυδάτωσε
εμείς ενυδατώσαμε
εσείς ενυδατώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενυδάτωσαν / ενυδατώσαν / ενυδατώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ενυδατώνω
εσύ θα ενυδατώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενυδατώνει
εμείς θα ενυδατώνουμε
εσείς θα ενυδατώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενυδατώνουν / θα ενυδατώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενυδατώσω
εσύ θα ενυδατώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενυδατώσει
εμείς θα ενυδατώσουμε
εσείς θα ενυδατώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενυδατώσουν / θα ενυδατώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ενυδατώσω
εσύ να ενυδατώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ενυδατώσει
εμείς να ενυδατώσουμε
εσείς να ενυδατώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενυδατώσουν / ενυδατώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ενυδατώσει
εσύ έχεις ενυδατώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενυδατώσει
εμείς έχουμε ενυδατώσει
εσείς έχετε ενυδατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενυδατώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ενυδατώσει
εσύ είχες ενυδατώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενυδατώσει
εμείς είχαμε ενυδατώσει
εσείς είχατε ενυδατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενυδατώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ενυδατώσει
εσύ θα έχεις ενυδατώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενυδατώσει
εμείς θα έχουμε ενυδατώσει
εσείς θα έχετε ενυδατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενυδατώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ενυδάτωνε
(εσείς) ενυδατώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ενυδάτωσε
(εσείς) ενυδατώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ενυδατώνομαι
εσύ ενυδατώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ενυδατώνεται
εμείς ενυδατωνόμαστε
εσείς ενυδατώνεστε / ενυδατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενυδατώνονται
Παρατατικός
εγώ ενυδατωνόμουν / ενυδατωνόμουνα
εσύ ενυδατωνόσουν / ενυδατωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ενυδατωνόταν / ενυδατωνότανε
εμείς ενυδατωνόμασταν / ενυδατωνόμαστε
εσείς ενυδατωνόσασταν / ενυδατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενυδατώνονταν / ενυδατωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ενυδατώθηκα
εσύ ενυδατώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ενυδατώθηκε
εμείς ενυδατωθήκαμε
εσείς ενυδατωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενυδατώθηκαν / ενυδατωθήκαν / ενυδατωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ενυδατώνομαι
εσύ θα ενυδατώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ενυδατώνεται
εμείς θα ενυδατωνόμαστε
εσείς θα ενυδατώνεστε / θα ενυδατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενυδατώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενυδατωθώ
εσύ θα ενυδατωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ενυδατωθεί
εμείς θα ενυδατωθούμε
εσείς θα ενυδατωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενυδατωθούν / θα ενυδατωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ενυδατωθώ
εσύ να ενυδατωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ενυδατωθεί
εμείς να ενυδατωθούμε
εσείς να ενυδατωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενυδατωθούν / ενυδατωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ενυδατωθεί
εσύ έχεις ενυδατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενυδατωθεί
εμείς έχουμε ενυδατωθεί
εσείς έχετε ενυδατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενυδατωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ενυδατωθεί
εσύ είχες ενυδατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενυδατωθεί
εμείς είχαμε ενυδατωθεί
εσείς είχατε ενυδατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενυδατωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ενυδατωθεί
εσύ θα έχεις ενυδατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενυδατωθεί
εμείς θα έχουμε ενυδατωθεί
εσείς θα έχετε ενυδατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενυδατωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ενυδατώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ενυδατώσου
(εσείς) ενυδατωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ενυδατώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ενυδατώσει
Μετοχή παρακειμένου
ενυδατωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ενυδατώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ενυδατωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.