to incorporate, to integrate
Πλήρης κλίση του ρήματος ενσωματώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ενσωματώνω
εσύ ενσωματώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ενσωματώνει
εμείς ενσωματώνουμε
εσείς ενσωματώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ενσωματώνουν / ενσωματώνουνε
Παρατατικός
εγώ ενσωμάτωνα
εσύ ενσωμάτωνες
αυτός/αυτή/αυτό ενσωμάτωνε
εμείς ενσωματώναμε
εσείς ενσωματώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενσωμάτωναν / ενσωματώναν / ενσωματώνανε
Αόριστος
εγώ ενσωμάτωσα
εσύ ενσωμάτωσες
αυτός/αυτή/αυτό ενσωμάτωσε
εμείς ενσωματώσαμε
εσείς ενσωματώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενσωμάτωσαν / ενσωματώσαν / ενσωματώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ενσωματώνω
εσύ θα ενσωματώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενσωματώνει
εμείς θα ενσωματώνουμε
εσείς θα ενσωματώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενσωματώνουν / θα ενσωματώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενσωματώσω
εσύ θα ενσωματώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενσωματώσει
εμείς θα ενσωματώσουμε
εσείς θα ενσωματώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενσωματώσουν / θα ενσωματώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ενσωματώσω
εσύ να ενσωματώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ενσωματώσει
εμείς να ενσωματώσουμε
εσείς να ενσωματώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενσωματώσουν / ενσωματώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ενσωματώσει
εσύ έχεις ενσωματώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενσωματώσει
εμείς έχουμε ενσωματώσει
εσείς έχετε ενσωματώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενσωματώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ενσωματώσει
εσύ είχες ενσωματώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενσωματώσει
εμείς είχαμε ενσωματώσει
εσείς είχατε ενσωματώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενσωματώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ενσωματώσει
εσύ θα έχεις ενσωματώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενσωματώσει
εμείς θα έχουμε ενσωματώσει
εσείς θα έχετε ενσωματώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενσωματώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ενσωμάτωνε
(εσείς) ενσωματώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ενσωμάτωσε
(εσείς) ενσωματώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ενσωματώνομαι
εσύ ενσωματώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ενσωματώνεται
εμείς ενσωματωνόμαστε
εσείς ενσωματώνεστε / ενσωματωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενσωματώνονται
Παρατατικός
εγώ ενσωματωνόμουν / ενσωματωνόμουνα
εσύ ενσωματωνόσουν / ενσωματωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ενσωματωνόταν / ενσωματωνότανε
εμείς ενσωματωνόμασταν / ενσωματωνόμαστε
εσείς ενσωματωνόσασταν / ενσωματωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενσωματώνονταν / ενσωματωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ενσωματώθηκα
εσύ ενσωματώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ενσωματώθηκε
εμείς ενσωματωθήκαμε
εσείς ενσωματωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενσωματώθηκαν / ενσωματωθήκαν / ενσωματωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ενσωματώνομαι
εσύ θα ενσωματώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ενσωματώνεται
εμείς θα ενσωματωνόμαστε
εσείς θα ενσωματώνεστε / θα ενσωματωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενσωματώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενσωματωθώ
εσύ θα ενσωματωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ενσωματωθεί
εμείς θα ενσωματωθούμε
εσείς θα ενσωματωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενσωματωθούν / θα ενσωματωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ενσωματωθώ
εσύ να ενσωματωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ενσωματωθεί
εμείς να ενσωματωθούμε
εσείς να ενσωματωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενσωματωθούν / ενσωματωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ενσωματωθεί
εσύ έχεις ενσωματωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενσωματωθεί
εμείς έχουμε ενσωματωθεί
εσείς έχετε ενσωματωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενσωματωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ενσωματωθεί
εσύ είχες ενσωματωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενσωματωθεί
εμείς είχαμε ενσωματωθεί
εσείς είχατε ενσωματωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενσωματωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ενσωματωθεί
εσύ θα έχεις ενσωματωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενσωματωθεί
εμείς θα έχουμε ενσωματωθεί
εσείς θα έχετε ενσωματωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενσωματωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ενσωματώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ενσωματώσου
(εσείς) ενσωματωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ενσωματώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ενσωματώσει
Μετοχή παρακειμένου
ενσωματωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ενσωματώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ενσωματωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.