to adopt, embrace (principles, ideals, values, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος ενστερνίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ενστερνίζομαι
εσύ ενστερνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ενστερνίζεται
εμείς ενστερνιζόμαστε
εσείς ενστερνίζεστε / ενστερνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενστερνίζονται
Παρατατικός
εγώ ενστερνιζόμουν / ενστερνιζόμουνα
εσύ ενστερνιζόσουν / ενστερνιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ενστερνιζόταν / ενστερνιζότανε
εμείς ενστερνιζόμασταν / ενστερνιζόμαστε
εσείς ενστερνιζόσασταν / ενστερνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενστερνίζονταν / ενστερνιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ ενστερνίστηκα / ενστερνίσθηκα
εσύ ενστερνίστηκες / ενστερνίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ενστερνίστηκε / ενστερνίσθηκε
εμείς ενστερνιστήκαμε / ενστερνισθήκαμε
εσείς ενστερνιστήκατε / ενστερνισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενστερνίστηκαν / ενστερνιστήκαν / ενστερνιστήκανε / ενστερνίσθηκαν / ενστερνισθήκαν / ενστερνισθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ενστερνίζομαι
εσύ θα ενστερνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ενστερνίζεται
εμείς θα ενστερνιζόμαστε
εσείς θα ενστερνίζεστε / θα ενστερνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενστερνίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενστερνιστώ / θα ενστερνισθώ
εσύ θα ενστερνιστείς / θα ενστερνισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ενστερνιστεί / θα ενστερνισθεί
εμείς θα ενστερνιστούμε / θα ενστερνισθούμε
εσείς θα ενστερνιστείτε / θα ενστερνισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενστερνιστούν / θα ενστερνιστούνε / θα ενστερνισθούν / θα ενστερνισθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ενστερνιστώ / ενστερνισθώ
εσύ να ενστερνιστείς / ενστερνισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
εμείς να ενστερνιστούμε / ενστερνισθούμε
εσείς να ενστερνιστείτε / ενστερνισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενστερνιστούν / ενστερνιστούνε / ενστερνισθούν / ενστερνισθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
εσύ έχεις ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
εμείς έχουμε ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
εσείς έχετε ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
εσύ είχες ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
εμείς είχαμε ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
εσείς είχατε ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
εσύ θα έχεις ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
εμείς θα έχουμε ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
εσείς θα έχετε ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ενστερνίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ενστερνίσου
(εσείς) ενστερνιστείτε / ενστερνισθείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
ενστερνιστεί / ενστερνισθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.