to pour liquid drop by drop
Πλήρης κλίση του ρήματος ενσταλάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ενσταλάζω
εσύ ενσταλάζεις
αυτός/αυτή/αυτό ενσταλάζει
εμείς ενσταλάζουμε
εσείς ενσταλάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ενσταλάζουν / ενσταλάζουνε
Παρατατικός
εγώ ενστάλαζα
εσύ ενστάλαζες
αυτός/αυτή/αυτό ενστάλαζε
εμείς ενσταλάζαμε
εσείς ενσταλάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενστάλαζαν / ενσταλάζαν / ενσταλάζανε
Αόριστος
εγώ ενστάλαξα
εσύ ενστάλαξες
αυτός/αυτή/αυτό ενστάλαξε
εμείς ενσταλάξαμε
εσείς ενσταλάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενστάλαξαν / ενσταλάξαν / ενσταλάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ενσταλάζω
εσύ θα ενσταλάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενσταλάζει
εμείς θα ενσταλάζουμε
εσείς θα ενσταλάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενσταλάζουν / θα ενσταλάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενσταλάξω
εσύ θα ενσταλάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενσταλάξει
εμείς θα ενσταλάξουμε
εσείς θα ενσταλάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενσταλάξουν / θα ενσταλάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ενσταλάξω
εσύ να ενσταλάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να ενσταλάξει
εμείς να ενσταλάξουμε
εσείς να ενσταλάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενσταλάξουν / ενσταλάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ενσταλάξει
εσύ έχεις ενσταλάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενσταλάξει
εμείς έχουμε ενσταλάξει
εσείς έχετε ενσταλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενσταλάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ενσταλάξει
εσύ είχες ενσταλάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενσταλάξει
εμείς είχαμε ενσταλάξει
εσείς είχατε ενσταλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενσταλάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ενσταλάξει
εσύ θα έχεις ενσταλάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενσταλάξει
εμείς θα έχουμε ενσταλάξει
εσείς θα έχετε ενσταλάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενσταλάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ενστάλαζε
(εσείς) ενσταλάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ενστάλαξε
(εσείς) ενσταλάξτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ενσταλάζοντας / έχοντας ενσταλάξει
Απαρέμφατο
ενσταλάξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.