Κλίση του ρήματος ενσκήπτω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ενσκήπτω
to occur as a threat
Πλήρης κλίση του ρήματος ενσκήπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ενσκήπτω
εσύ ενσκήπτεις
αυτός/αυτή/αυτό ενσκήπτει
εμείς ενσκήπτουμε
εσείς ενσκήπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά ενσκήπτουν / ενσκήπτουνε

Παρατατικός

εγώ ενέσκηπτα
εσύ ενέσκηπτες
αυτός/αυτή/αυτό ενέσκηπτε
εμείς ενσκήπταμε
εσείς ενσκήπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέσκηπταν / ενσκήπταν / ενσκήπτανε

Αόριστος

εγώ ενέσκηψα
εσύ ενέσκηψες
αυτός/αυτή/αυτό ενέσκηψε
εμείς ενσκήψαμε
εσείς ενσκήψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέσκηψαν / ενσκήψαν / ενσκήψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ενσκήπτω
εσύ θα ενσκήπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενσκήπτει
εμείς θα ενσκήπτουμε
εσείς θα ενσκήπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενσκήπτουν / θα ενσκήπτουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ενσκήψω
εσύ θα ενσκήψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενσκήψει
εμείς θα ενσκήψουμε
εσείς θα ενσκήψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενσκήψουν / θα ενσκήψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ενσκήψω
εσύ να ενσκήψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ενσκήψει
εμείς να ενσκήψουμε
εσείς να ενσκήψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενσκήψουν / ενσκήψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ενσκήψει
εσύ έχεις ενσκήψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενσκήψει
εμείς έχουμε ενσκήψει
εσείς έχετε ενσκήψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενσκήψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ενσκήψει
εσύ είχες ενσκήψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενσκήψει
εμείς είχαμε ενσκήψει
εσείς είχατε ενσκήψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενσκήψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ενσκήψει
εσύ θα έχεις ενσκήψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενσκήψει
εμείς θα έχουμε ενσκήψει
εσείς θα έχετε ενσκήψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενσκήψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ενσκήπτετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) ενσκήψτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ενσκήπτοντας / έχοντας ενσκήψει

Απαρέμφατο

ενσκήψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.