to orchestrate (arrange music for performance by an orchestra)
Πλήρης κλίση του ρήματος ενορχηστρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ενορχηστρώνω
εσύ ενορχηστρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ενορχηστρώνει
εμείς ενορχηστρώνουμε
εσείς ενορχηστρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ενορχηστρώνουν / ενορχηστρώνουνε
Παρατατικός
εγώ ενορχήστρωνα
εσύ ενορχήστρωνες
αυτός/αυτή/αυτό ενορχήστρωνε
εμείς ενορχηστρώναμε
εσείς ενορχηστρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενορχήστρωναν / ενορχηστρώναν / ενορχηστρώνανε
Αόριστος
εγώ ενορχήστρωσα
εσύ ενορχήστρωσες
αυτός/αυτή/αυτό ενορχήστρωσε
εμείς ενορχηστρώσαμε
εσείς ενορχηστρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενορχήστρωσαν / ενορχηστρώσαν / ενορχηστρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ενορχηστρώνω
εσύ θα ενορχηστρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενορχηστρώνει
εμείς θα ενορχηστρώνουμε
εσείς θα ενορχηστρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενορχηστρώνουν / θα ενορχηστρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενορχηστρώσω
εσύ θα ενορχηστρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενορχηστρώσει
εμείς θα ενορχηστρώσουμε
εσείς θα ενορχηστρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενορχηστρώσουν / θα ενορχηστρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ενορχηστρώσω
εσύ να ενορχηστρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ενορχηστρώσει
εμείς να ενορχηστρώσουμε
εσείς να ενορχηστρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενορχηστρώσουν / ενορχηστρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ενορχηστρώσει
εσύ έχεις ενορχηστρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενορχηστρώσει
εμείς έχουμε ενορχηστρώσει
εσείς έχετε ενορχηστρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενορχηστρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ενορχηστρώσει
εσύ είχες ενορχηστρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενορχηστρώσει
εμείς είχαμε ενορχηστρώσει
εσείς είχατε ενορχηστρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενορχηστρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ενορχηστρώσει
εσύ θα έχεις ενορχηστρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενορχηστρώσει
εμείς θα έχουμε ενορχηστρώσει
εσείς θα έχετε ενορχηστρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενορχηστρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ενορχήστρωνε
(εσείς) ενορχηστρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ενορχήστρωσε
(εσείς) ενορχηστρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ενορχηστρώνομαι
εσύ ενορχηστρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ενορχηστρώνεται
εμείς ενορχηστρωνόμαστε
εσείς ενορχηστρώνεστε / ενορχηστρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενορχηστρώνονται
Παρατατικός
εγώ ενορχηστρωνόμουν / ενορχηστρωνόμουνα
εσύ ενορχηστρωνόσουν / ενορχηστρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ενορχηστρωνόταν / ενορχηστρωνότανε
εμείς ενορχηστρωνόμασταν / ενορχηστρωνόμαστε
εσείς ενορχηστρωνόσασταν / ενορχηστρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενορχηστρώνονταν / ενορχηστρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ ενορχηστρώθηκα
εσύ ενορχηστρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ενορχηστρώθηκε
εμείς ενορχηστρωθήκαμε
εσείς ενορχηστρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενορχηστρώθηκαν / ενορχηστρωθήκαν / ενορχηστρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ενορχηστρώνομαι
εσύ θα ενορχηστρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ενορχηστρώνεται
εμείς θα ενορχηστρωνόμαστε
εσείς θα ενορχηστρώνεστε / θα ενορχηστρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενορχηστρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενορχηστρωθώ
εσύ θα ενορχηστρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ενορχηστρωθεί
εμείς θα ενορχηστρωθούμε
εσείς θα ενορχηστρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενορχηστρωθούν / θα ενορχηστρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ενορχηστρωθώ
εσύ να ενορχηστρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ενορχηστρωθεί
εμείς να ενορχηστρωθούμε
εσείς να ενορχηστρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενορχηστρωθούν / ενορχηστρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ενορχηστρωθεί
εσύ έχεις ενορχηστρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενορχηστρωθεί
εμείς έχουμε ενορχηστρωθεί
εσείς έχετε ενορχηστρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενορχηστρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ενορχηστρωθεί
εσύ είχες ενορχηστρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενορχηστρωθεί
εμείς είχαμε ενορχηστρωθεί
εσείς είχατε ενορχηστρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενορχηστρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ενορχηστρωθεί
εσύ θα έχεις ενορχηστρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενορχηστρωθεί
εμείς θα έχουμε ενορχηστρωθεί
εσείς θα έχετε ενορχηστρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενορχηστρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ενορχηστρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ενορχηστρώσου
(εσείς) ενορχηστρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ενορχηστρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ενορχηστρώσει
Μετοχή παρακειμένου
ενορχηστρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ενορχηστρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ενορχηστρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.