Κλίση του ρήματος ενηλικιώνομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ενηλικιώνομαι
to become an adult (18 years old)
Πλήρης κλίση του ρήματος ενηλικιώνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ενηλικιώνομαι
εσύ ενηλικιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ενηλικιώνεται
εμείς ενηλικιωνόμαστε
εσείς ενηλικιώνεστε / ενηλικιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενηλικιώνονται

Παρατατικός

εγώ ενηλικιωνόμουν / ενηλικιωνόμουνα
εσύ ενηλικιωνόσουν / ενηλικιωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ενηλικιωνόταν / ενηλικιωνότανε
εμείς ενηλικιωνόμασταν / ενηλικιωνόμαστε
εσείς ενηλικιωνόσασταν / ενηλικιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενηλικιώνονταν / ενηλικιωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ ενηλικιώθηκα
εσύ ενηλικιώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ενηλικιώθηκε
εμείς ενηλικιωθήκαμε
εσείς ενηλικιωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενηλικιώθηκαν / ενηλικιωθήκαν / ενηλικιωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ενηλικιώνομαι
εσύ θα ενηλικιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ενηλικιώνεται
εμείς θα ενηλικιωνόμαστε
εσείς θα ενηλικιώνεστε / θα ενηλικιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενηλικιώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ενηλικιωθώ
εσύ θα ενηλικιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ενηλικιωθεί
εμείς θα ενηλικιωθούμε
εσείς θα ενηλικιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενηλικιωθούν / θα ενηλικιωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ενηλικιωθώ
εσύ να ενηλικιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ενηλικιωθεί
εμείς να ενηλικιωθούμε
εσείς να ενηλικιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενηλικιωθούν / ενηλικιωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ενηλικιωθεί
εσύ έχεις ενηλικιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενηλικιωθεί
εμείς έχουμε ενηλικιωθεί
εσείς έχετε ενηλικιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενηλικιωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ενηλικιωθεί
εσύ είχες ενηλικιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενηλικιωθεί
εμείς είχαμε ενηλικιωθεί
εσείς είχατε ενηλικιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενηλικιωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ενηλικιωθεί
εσύ θα έχεις ενηλικιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενηλικιωθεί
εμείς θα έχουμε ενηλικιωθεί
εσείς θα έχετε ενηλικιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενηλικιωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ενηλικιώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) ενηλικιωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ενηλικιωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

ενηλικιωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.