to activate, energize, empower
Πλήρης κλίση του ρήματος ενεργοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ενεργοποιώ
εσύ ενεργοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό ενεργοποιεί
εμείς ενεργοποιούμε
εσείς ενεργοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ενεργοποιούν / ενεργοποιούνε
Παρατατικός
εγώ ενεργοποιούσα
εσύ ενεργοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό ενεργοποιούσε
εμείς ενεργοποιούσαμε
εσείς ενεργοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενεργοποιούσαν / ενεργοποιούσανε
Αόριστος
εγώ ενεργοποίησα
εσύ ενεργοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό ενεργοποίησε
εμείς ενεργοποιήσαμε
εσείς ενεργοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενεργοποίησαν / ενεργοποιήσαν / ενεργοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ενεργοποιώ
εσύ θα ενεργοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ενεργοποιεί
εμείς θα ενεργοποιούμε
εσείς θα ενεργοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενεργοποιούν / θα ενεργοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενεργοποιήσω
εσύ θα ενεργοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενεργοποιήσει
εμείς θα ενεργοποιήσουμε
εσείς θα ενεργοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενεργοποιήσουν / θα ενεργοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ενεργοποιήσω
εσύ να ενεργοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ενεργοποιήσει
εμείς να ενεργοποιήσουμε
εσείς να ενεργοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενεργοποιήσουν / ενεργοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ενεργοποιήσει
εσύ έχεις ενεργοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενεργοποιήσει
εμείς έχουμε ενεργοποιήσει
εσείς έχετε ενεργοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενεργοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ενεργοποιήσει
εσύ είχες ενεργοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενεργοποιήσει
εμείς είχαμε ενεργοποιήσει
εσείς είχατε ενεργοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενεργοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ενεργοποιήσει
εσύ θα έχεις ενεργοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενεργοποιήσει
εμείς θα έχουμε ενεργοποιήσει
εσείς θα έχετε ενεργοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενεργοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ενεργοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ενεργοποίησε
(εσείς) ενεργοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ενεργοποιούμαι
εσύ ενεργοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ενεργοποιείται
εμείς ενεργοποιούμαστε / ενεργοποιόμαστε
εσείς ενεργοποιείστε / ενεργοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενεργοποιούνται
Παρατατικός
εγώ ενεργοποιούμουν / ενεργοποιούμουνα / ενεργοποιόμουν / ενεργοποιόμουνα
εσύ ενεργοποιόσουν / ενεργοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ενεργοποιούνταν / ενεργοποιόταν / ενεργοποιότανε / ενεργοποιείτο
εμείς ενεργοποιούμασταν / ‑ούμαστε / ενεργοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς ενεργοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενεργοποιούνταν / ενεργοποιόνταν / ενεργοποιόντανε / ενεργοποιόντουσαν / ενεργοποιούντο
Αόριστος
εγώ ενεργοποιήθηκα
εσύ ενεργοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ενεργοποιήθηκε
εμείς ενεργοποιηθήκαμε
εσείς ενεργοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενεργοποιήθηκαν / ενεργοποιηθήκαν / ενεργοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ενεργοποιούμαι
εσύ θα ενεργοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ενεργοποιείται
εμείς θα ενεργοποιούμαστε / θα ενεργοποιόμαστε
εσείς θα ενεργοποιείστε / θα ενεργοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενεργοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ενεργοποιηθώ
εσύ θα ενεργοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ενεργοποιηθεί
εμείς θα ενεργοποιηθούμε
εσείς θα ενεργοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενεργοποιηθούν / θα ενεργοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ενεργοποιηθώ
εσύ να ενεργοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ενεργοποιηθεί
εμείς να ενεργοποιηθούμε
εσείς να ενεργοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενεργοποιηθούν / ενεργοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ενεργοποιηθεί
εσύ έχεις ενεργοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενεργοποιηθεί
εμείς έχουμε ενεργοποιηθεί
εσείς έχετε ενεργοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενεργοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ενεργοποιηθεί
εσύ είχες ενεργοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενεργοποιηθεί
εμείς είχαμε ενεργοποιηθεί
εσείς είχατε ενεργοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενεργοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ενεργοποιηθεί
εσύ θα έχεις ενεργοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενεργοποιηθεί
εμείς θα έχουμε ενεργοποιηθεί
εσείς θα έχετε ενεργοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενεργοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ενεργοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ενεργοποιήσου
(εσείς) ενεργοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ενεργοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας ενεργοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ενεργοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
ενεργοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
ενεργοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
ενεργοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.