Κλίση του ρήματος ενδυναμώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ενδυναμώνω
to strengthen, to reinforce
Πλήρης κλίση του ρήματος ενδυναμώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ενδυναμώνω
εσύ ενδυναμώνεις
αυτός/αυτή/αυτό ενδυναμώνει
εμείς ενδυναμώνουμε
εσείς ενδυναμώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ενδυναμώνουν / ενδυναμώνουνε

Παρατατικός

εγώ ενδυνάμωνα
εσύ ενδυνάμωνες
αυτός/αυτή/αυτό ενδυνάμωνε
εμείς ενδυναμώναμε
εσείς ενδυναμώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενδυνάμωναν / ενδυναμώναν / ενδυναμώνανε

Αόριστος

εγώ ενδυνάμωσα
εσύ ενδυνάμωσες
αυτός/αυτή/αυτό ενδυνάμωσε
εμείς ενδυναμώσαμε
εσείς ενδυναμώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενδυνάμωσαν / ενδυναμώσαν / ενδυναμώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ενδυναμώνω
εσύ θα ενδυναμώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενδυναμώνει
εμείς θα ενδυναμώνουμε
εσείς θα ενδυναμώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενδυναμώνουν / θα ενδυναμώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ενδυναμώσω
εσύ θα ενδυναμώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενδυναμώσει
εμείς θα ενδυναμώσουμε
εσείς θα ενδυναμώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενδυναμώσουν / θα ενδυναμώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ενδυναμώσω
εσύ να ενδυναμώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ενδυναμώσει
εμείς να ενδυναμώσουμε
εσείς να ενδυναμώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενδυναμώσουν / ενδυναμώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ενδυναμώσει
εσύ έχεις ενδυναμώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενδυναμώσει
εμείς έχουμε ενδυναμώσει
εσείς έχετε ενδυναμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενδυναμώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ενδυναμώσει
εσύ είχες ενδυναμώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενδυναμώσει
εμείς είχαμε ενδυναμώσει
εσείς είχατε ενδυναμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενδυναμώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ενδυναμώσει
εσύ θα έχεις ενδυναμώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενδυναμώσει
εμείς θα έχουμε ενδυναμώσει
εσείς θα έχετε ενδυναμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενδυναμώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) ενδυνάμωνε
(εσείς) ενδυναμώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ενδυνάμωσε
(εσείς) ενδυναμώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ενδυναμώνομαι
εσύ ενδυναμώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ενδυναμώνεται
εμείς ενδυναμωνόμαστε
εσείς ενδυναμώνεστε / ενδυναμωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενδυναμώνονται

Παρατατικός

εγώ ενδυναμωνόμουν / ενδυναμωνόμουνα
εσύ ενδυναμωνόσουν / ενδυναμωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ενδυναμωνόταν / ενδυναμωνότανε
εμείς ενδυναμωνόμασταν / ενδυναμωνόμαστε
εσείς ενδυναμωνόσασταν / ενδυναμωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ενδυναμώνονταν / ενδυναμωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ ενδυναμώθηκα
εσύ ενδυναμώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ενδυναμώθηκε
εμείς ενδυναμωθήκαμε
εσείς ενδυναμωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενδυναμώθηκαν / ενδυναμωθήκαν / ενδυναμωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ενδυναμώνομαι
εσύ θα ενδυναμώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ενδυναμώνεται
εμείς θα ενδυναμωνόμαστε
εσείς θα ενδυναμώνεστε / θα ενδυναμωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενδυναμώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ενδυναμωθώ
εσύ θα ενδυναμωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ενδυναμωθεί
εμείς θα ενδυναμωθούμε
εσείς θα ενδυναμωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενδυναμωθούν / θα ενδυναμωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ενδυναμωθώ
εσύ να ενδυναμωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ενδυναμωθεί
εμείς να ενδυναμωθούμε
εσείς να ενδυναμωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενδυναμωθούν / ενδυναμωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ενδυναμωθεί
εσύ έχεις ενδυναμωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενδυναμωθεί
εμείς έχουμε ενδυναμωθεί
εσείς έχετε ενδυναμωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενδυναμωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ενδυναμωθεί
εσύ είχες ενδυναμωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενδυναμωθεί
εμείς είχαμε ενδυναμωθεί
εσείς είχατε ενδυναμωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενδυναμωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ενδυναμωθεί
εσύ θα έχεις ενδυναμωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενδυναμωθεί
εμείς θα έχουμε ενδυναμωθεί
εσείς θα έχετε ενδυναμωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενδυναμωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ενδυναμώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ενδυναμώσου
(εσείς) ενδυναμωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ενδυναμώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ενδυναμώσει

Μετοχή παρακειμένου

ενδυναμωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ενδυναμώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ενδυναμωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.