Κλίση του ρήματος ενδιατρίβω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ενδιατρίβω
to spend time at a certain place
Πλήρης κλίση του ρήματος ενδιατρίβω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ενδιατρίβω
εσύ ενδιατρίβεις
αυτός/αυτή/αυτό ενδιατρίβει
εμείς ενδιατρίβουμε
εσείς ενδιατρίβετε
αυτοί/αυτές/αυτά ενδιατρίβουν / ενδιατρίβουνε

Παρατατικός

εγώ ενδιέτριβα
εσύ ενδιέτριβες
αυτός/αυτή/αυτό ενδιέτριβε
εμείς ενδιατρίβαμε
εσείς ενδιατρίβατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενδιέτριβαν / ενδιατρίβαν / ενδιατρίβανε

Αόριστος

εγώ ενδιέτριψα
εσύ ενδιέτριψες
αυτός/αυτή/αυτό ενδιέτριψε
εμείς ενδιατρίψαμε
εσείς ενδιατρίψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενδιέτριψαν / ενδιατρίψαν / ενδιατρίψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ενδιατρίβω
εσύ θα ενδιατρίβεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενδιατρίβει
εμείς θα ενδιατρίβουμε
εσείς θα ενδιατρίβετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενδιατρίβουν / θα ενδιατρίβουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ενδιατρίψω
εσύ θα ενδιατρίψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ενδιατρίψει
εμείς θα ενδιατρίψουμε
εσείς θα ενδιατρίψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ενδιατρίψουν / θα ενδιατρίψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ενδιατρίψω
εσύ να ενδιατρίψεις
αυτός/αυτή/αυτό να ενδιατρίψει
εμείς να ενδιατρίψουμε
εσείς να ενδιατρίψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ενδιατρίψουν / ενδιατρίψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ενδιατρίψει
εσύ έχεις ενδιατρίψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ενδιατρίψει
εμείς έχουμε ενδιατρίψει
εσείς έχετε ενδιατρίψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ενδιατρίψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ενδιατρίψει
εσύ είχες ενδιατρίψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ενδιατρίψει
εμείς είχαμε ενδιατρίψει
εσείς είχατε ενδιατρίψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ενδιατρίψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ενδιατρίψει
εσύ θα έχεις ενδιατρίψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ενδιατρίψει
εμείς θα έχουμε ενδιατρίψει
εσείς θα έχετε ενδιατρίψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ενδιατρίψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ενδιατρίβετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) ενδιατρίψτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ενδιατρίβοντας / έχοντας ενδιατρίψει

Απαρέμφατο

ενδιατρίψει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.