to trade
Πλήρης κλίση του ρήματος εμπορεύομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εμπορεύομαι
εσύ εμπορεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εμπορεύεται
εμείς εμπορευόμαστε
εσείς εμπορεύεστε / εμπορευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπορεύονται
Παρατατικός
εγώ εμπορευόμουν / εμπορευόμουνα
εσύ εμπορευόσουν / εμπορευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εμπορευόταν / εμπορευότανε
εμείς εμπορευόμασταν / εμπορευόμαστε
εσείς εμπορευόσασταν / εμπορευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπορεύονταν / εμπορευόντουσαν
Αόριστος
εγώ εμπορεύτηκα / εμπορεύθηκα
εσύ εμπορεύτηκες / εμπορεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εμπορεύτηκε / εμπορεύθηκε
εμείς εμπορευτήκαμε / εμπορευθήκαμε
εσείς εμπορευτήκατε / εμπορευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπορεύτηκαν / εμπορευτήκαν / εμπορευτήκανε / εμπορεύθηκαν / εμπορευθήκαν / εμπορευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εμπορεύομαι
εσύ θα εμπορεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπορεύεται
εμείς θα εμπορευόμαστε
εσείς θα εμπορεύεστε / θα εμπορευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπορεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπορευτώ / θα εμπορευθώ
εσύ θα εμπορευτείς / θα εμπορευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπορευτεί / θα εμπορευθεί
εμείς θα εμπορευτούμε / θα εμπορευθούμε
εσείς θα εμπορευτείτε / θα εμπορευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπορευτούν / θα εμπορευτούνε / θα εμπορευθούν / θα εμπορευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εμπορευτώ / εμπορευθώ
εσύ να εμπορευτείς / εμπορευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εμπορευτεί / εμπορευθεί
εμείς να εμπορευτούμε / εμπορευθούμε
εσείς να εμπορευτείτε / εμπορευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμπορευτούν / εμπορευτούνε / εμπορευθούν / εμπορευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εμπορευτεί / εμπορευθεί
εσύ έχεις εμπορευτεί / εμπορευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμπορευτεί / εμπορευθεί
εμείς έχουμε εμπορευτεί / εμπορευθεί
εσείς έχετε εμπορευτεί / εμπορευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμπορευτεί / εμπορευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εμπορευτεί / εμπορευθεί
εσύ είχες εμπορευτεί / εμπορευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμπορευτεί / εμπορευθεί
εμείς είχαμε εμπορευτεί / εμπορευθεί
εσείς είχατε εμπορευτεί / εμπορευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμπορευτεί / εμπορευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εμπορευτεί / εμπορευθεί
εσύ θα έχεις εμπορευτεί / εμπορευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμπορευτεί / εμπορευθεί
εμείς θα έχουμε εμπορευτεί / εμπορευθεί
εσείς θα έχετε εμπορευτεί / εμπορευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμπορευτεί / εμπορευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εμπορεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εμπορεύσου
(εσείς) εμπορευτείτε / εμπορευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εμπορευόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
εμπορευτεί / εμπορευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.