Κλίση του ρήματος εμπλουτίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εμπλουτίζω
to enrich (to enhance)
Πλήρης κλίση του ρήματος εμπλουτίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εμπλουτίζω
εσύ εμπλουτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εμπλουτίζει
εμείς εμπλουτίζουμε
εσείς εμπλουτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπλουτίζουν / εμπλουτίζουνε

Παρατατικός

εγώ εμπλούτιζα
εσύ εμπλούτιζες
αυτός/αυτή/αυτό εμπλούτιζε
εμείς εμπλουτίζαμε
εσείς εμπλουτίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπλούτιζαν / εμπλουτίζαν / εμπλουτίζανε

Αόριστος

εγώ εμπλούτισα
εσύ εμπλούτισες
αυτός/αυτή/αυτό εμπλούτισε
εμείς εμπλουτίσαμε
εσείς εμπλουτίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπλούτισαν / εμπλουτίσαν / εμπλουτίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εμπλουτίζω
εσύ θα εμπλουτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπλουτίζει
εμείς θα εμπλουτίζουμε
εσείς θα εμπλουτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπλουτίζουν / θα εμπλουτίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εμπλουτίσω
εσύ θα εμπλουτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπλουτίσει
εμείς θα εμπλουτίσουμε
εσείς θα εμπλουτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπλουτίσουν / θα εμπλουτίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εμπλουτίσω
εσύ να εμπλουτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εμπλουτίσει
εμείς να εμπλουτίσουμε
εσείς να εμπλουτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμπλουτίσουν / εμπλουτίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εμπλουτίσει
εσύ έχεις εμπλουτίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμπλουτίσει
εμείς έχουμε εμπλουτίσει
εσείς έχετε εμπλουτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμπλουτίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εμπλουτίσει
εσύ είχες εμπλουτίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμπλουτίσει
εμείς είχαμε εμπλουτίσει
εσείς είχατε εμπλουτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμπλουτίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εμπλουτίσει
εσύ θα έχεις εμπλουτίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμπλουτίσει
εμείς θα έχουμε εμπλουτίσει
εσείς θα έχετε εμπλουτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμπλουτίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εμπλούτιζε
(εσείς) εμπλουτίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εμπλούτισε
(εσείς) εμπλουτίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εμπλουτίζομαι
εσύ εμπλουτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εμπλουτίζεται
εμείς εμπλουτίζόμαστε
εσείς εμπλουτίζεστε / εμπλουτίζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπλουτίζονται

Παρατατικός

εγώ εμπλουτίζόμουν / εμπλουτίζόμουνα
εσύ εμπλουτίζόσουν / εμπλουτίζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εμπλουτίζόταν / εμπλουτίζότανε
εμείς εμπλουτίζόμασταν / εμπλουτίζόμαστε
εσείς εμπλουτίζόσασταν / εμπλουτίζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπλουτίζονταν / εμπλουτίζόντουσαν

Αόριστος

εγώ εμπλουτίστηκα
εσύ εμπλουτίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εμπλουτίστηκε
εμείς εμπλουτιστήκαμε
εσείς εμπλουτιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπλουτίστηκαν / εμπλουτιστήκαν / εμπλουτιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εμπλουτίζομαι
εσύ θα εμπλουτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπλουτίζεται
εμείς θα εμπλουτίζόμαστε
εσείς θα εμπλουτίζεστε / θα εμπλουτίζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπλουτίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εμπλουτιστώ
εσύ θα εμπλουτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπλουτιστεί
εμείς θα εμπλουτιστούμε
εσείς θα εμπλουτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπλουτιστούν / θα εμπλουτιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εμπλουτιστώ
εσύ να εμπλουτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εμπλουτιστεί
εμείς να εμπλουτιστούμε
εσείς να εμπλουτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμπλουτιστούν / εμπλουτιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εμπλουτιστεί
εσύ έχεις εμπλουτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμπλουτιστεί
εμείς έχουμε εμπλουτιστεί
εσείς έχετε εμπλουτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμπλουτιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εμπλουτιστεί
εσύ είχες εμπλουτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμπλουτιστεί
εμείς είχαμε εμπλουτιστεί
εσείς είχατε εμπλουτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμπλουτιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εμπλουτιστεί
εσύ θα έχεις εμπλουτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμπλουτιστεί
εμείς θα έχουμε εμπλουτιστεί
εσείς θα έχετε εμπλουτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμπλουτιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εμπλουτίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εμπλουτίσου
(εσείς) εμπλουτιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εμπλουτίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εμπλουτίσει

Μετοχή παρακειμένου

εμπλουτισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εμπλουτίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εμπλουτιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.