Κλίση του ρήματος εμπλέκω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εμπλέκω
to involve (someone in)
Πλήρης κλίση του ρήματος εμπλέκω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εμπλέκω
εσύ εμπλέκεις
αυτός/αυτή/αυτό εμπλέκει
εμείς εμπλέκουμε
εσείς εμπλέκετε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπλέκουν / εμπλέκουνε

Παρατατικός

εγώ ενέπλεκα
εσύ ενέπλεκες
αυτός/αυτή/αυτό ενέπλεκε
εμείς εμπλέκαμε
εσείς εμπλέκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέπλεκαν / εμπλέκαν / εμπλέκανε

Αόριστος

εγώ ενέπλεξα
εσύ ενέπλεξες
αυτός/αυτή/αυτό ενέπλεξε
εμείς εμπλέξαμε
εσείς εμπλέξατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέπλεξαν / εμπλέξαν / εμπλέξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εμπλέκω
εσύ θα εμπλέκεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπλέκει
εμείς θα εμπλέκουμε
εσείς θα εμπλέκετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπλέκουν / θα εμπλέκουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εμπλέξω
εσύ θα εμπλέξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπλέξει
εμείς θα εμπλέξουμε
εσείς θα εμπλέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπλέξουν / θα εμπλέξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εμπλέξω
εσύ να εμπλέξεις
αυτός/αυτή/αυτό να εμπλέξει
εμείς να εμπλέξουμε
εσείς να εμπλέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμπλέξουν / εμπλέξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εμπλέξει
εσύ έχεις εμπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμπλέξει
εμείς έχουμε εμπλέξει
εσείς έχετε εμπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμπλέξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εμπλέξει
εσύ είχες εμπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμπλέξει
εμείς είχαμε εμπλέξει
εσείς είχατε εμπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμπλέξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εμπλέξει
εσύ θα έχεις εμπλέξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμπλέξει
εμείς θα έχουμε εμπλέξει
εσείς θα έχετε εμπλέξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμπλέξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εμπλέκε
(εσείς) εμπλέκετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εμπλέξε
(εσείς) εμπλέξτε / εμπλέξετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εμπλέκομαι
εσύ εμπλέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εμπλέκεται
εμείς εμπλεκόμαστε
εσείς εμπλέκεστε / εμπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπλέκονται

Παρατατικός

εγώ εμπλεκόμουν / εμπλεκόμουνα
εσύ εμπλεκόσουν / εμπλεκόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εμπλεκόταν / εμπλεκότανε
εμείς εμπλεκόμασταν / εμπλεκόμαστε
εσείς εμπλεκόσασταν / εμπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπλέκονταν / εμπλεκόντουσαν

Αόριστος

εγώ ενεπλάκην / εμπλέχτηκα
εσύ ενεπλάκης / εμπλέχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ενεπλάκη / εμπλέχτηκε
εμείς εμπλακήκαμε / ενεπλάκημεν
εσείς εμπλακήκατε / ενεπλάκητε
αυτοί/αυτές/αυτά ενεπλάκησαν / εμπλέχτηκαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εμπλέκομαι
εσύ θα εμπλέκεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπλέκεται
εμείς θα εμπλεκόμαστε
εσείς θα εμπλέκεστε / θα εμπλεκόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπλέκονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εμπλακώ
εσύ θα εμπλακείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπλακεί
εμείς θα εμπλακούμε
εσείς θα εμπλακείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπλακούν / θα εμπλακούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εμπλακώ
εσύ να εμπλακείς
αυτός/αυτή/αυτό να εμπλακεί
εμείς να εμπλακούμε
εσείς να εμπλακείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμπλακούν / εμπλακούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εμπλακεί
εσύ έχεις εμπλακεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμπλακεί
εμείς έχουμε εμπλακεί
εσείς έχετε εμπλακεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμπλακεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εμπλακεί
εσύ είχες εμπλακεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμπλακεί
εμείς είχαμε εμπλακεί
εσείς είχατε εμπλακεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμπλακεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εμπλακεί
εσύ θα έχεις εμπλακεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμπλακεί
εμείς θα έχουμε εμπλακεί
εσείς θα έχετε εμπλακεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμπλακεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εμπλέκεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εμπλέξου
(εσείς) εμπλακείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εμπλέκοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εμπλέξει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

εμπλεκόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

εμπλεγμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εμπλέξει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εμπλακεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.