to contain
Πλήρης κλίση του ρήματος εμπερικλείω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εμπερικλείω
εσύ εμπερικλείεις
αυτός/αυτή/αυτό εμπερικλείει
εμείς εμπερικλείουμε
εσείς εμπερικλείετε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπερικλείουν / εμπερικλείουνε
Παρατατικός
εγώ εμπεριέκλεια
εσύ εμπεριέκλειες
αυτός/αυτή/αυτό εμπεριέκλειε
εμείς εμπερικλείαμε
εσείς εμπερικλείατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπεριέκλειαν / εμπερικλείαν / εμπερικλείανε
Αόριστος
εγώ εμπεριέκλεισα
εσύ εμπεριέκλεισες
αυτός/αυτή/αυτό εμπεριέκλεισε
εμείς εμπερικλείσαμε
εσείς εμπερικλείσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπεριέκλεισαν / εμπερικλείσαν / εμπερικλείσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εμπερικλείω
εσύ θα εμπερικλείεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπερικλείει
εμείς θα εμπερικλείουμε
εσείς θα εμπερικλείετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπερικλείουν / θα εμπερικλείουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπερικλείσω
εσύ θα εμπερικλείσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπερικλείσει
εμείς θα εμπερικλείσουμε
εσείς θα εμπερικλείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπερικλείσουν / θα εμπερικλείσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εμπερικλείσω
εσύ να εμπερικλείσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εμπερικλείσει
εμείς να εμπερικλείσουμε
εσείς να εμπερικλείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμπερικλείσουν / εμπερικλείσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εμπερικλείσει
εσύ έχεις εμπερικλείσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμπερικλείσει
εμείς έχουμε εμπερικλείσει
εσείς έχετε εμπερικλείσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμπερικλείσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εμπερικλείσει
εσύ είχες εμπερικλείσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμπερικλείσει
εμείς είχαμε εμπερικλείσει
εσείς είχατε εμπερικλείσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμπερικλείσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εμπερικλείσει
εσύ θα έχεις εμπερικλείσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμπερικλείσει
εμείς θα έχουμε εμπερικλείσει
εσείς θα έχετε εμπερικλείσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμπερικλείσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εμπερικλείετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) εμπερικλείστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εμπερικλείομαι
εσύ εμπερικλείεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εμπερικλείεται
εμείς εμπερικλειόμαστε
εσείς εμπερικλείεστε / εμπερικλειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπερικλείονται
Παρατατικός
εγώ εμπερικλειόμουν / εμπερικλειόμουνα
εσύ εμπερικλειόσουν / εμπερικλειόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εμπερικλειόταν / εμπερικλειότανε
εμείς εμπερικλειόμασταν / εμπερικλειόμαστε
εσείς εμπερικλειόσασταν / εμπερικλειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπερικλείονταν / εμπερικλειόντουσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εμπερικλείομαι
εσύ θα εμπερικλείεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπερικλείεται
εμείς θα εμπερικλειόμαστε
εσείς θα εμπερικλείεστε / θα εμπερικλειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπερικλείονται
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) περικλείεστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εμπερικλείοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εμπερικλείσει
Απαρέμφατο
εμπερικλείσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.