to mock, tease, ridicule
Πλήρης κλίση του ρήματος εμπαίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εμπαίζω
εσύ εμπαίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εμπαίζει
εμείς εμπαίζουμε
εσείς εμπαίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπαίζουν / εμπαίζουνε
Παρατατικός
εγώ ενέπαιζα
εσύ ενέπαιζες
αυτός/αυτή/αυτό ενέπαιζε
εμείς εμπαίζαμε
εσείς εμπαίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέπαιζαν / εμπαίζαν / εμπαίζανε
Αόριστος
εγώ ενέπαιξα
εσύ ενέπαιξες
αυτός/αυτή/αυτό ενέπαιξε
εμείς εμπαίξαμε
εσείς εμπαίξατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέπαιξαν / εμπαίξαν / εμπαίξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εμπαίζω
εσύ θα εμπαίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπαίζει
εμείς θα εμπαίζουμε
εσείς θα εμπαίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπαίζουν / θα εμπαίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπαίξω
εσύ θα εμπαίξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπαίξει
εμείς θα εμπαίξουμε
εσείς θα εμπαίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπαίξουν / θα εμπαίξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εμπαίξω
εσύ να εμπαίξεις
αυτός/αυτή/αυτό να εμπαίξει
εμείς να εμπαίξουμε
εσείς να εμπαίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμπαίξουν / εμπαίξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εμπαίξει
εσύ έχεις εμπαίξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμπαίξει
εμείς έχουμε εμπαίξει
εσείς έχετε εμπαίξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμπαίξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εμπαίξει
εσύ είχες εμπαίξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμπαίξει
εμείς είχαμε εμπαίξει
εσείς είχατε εμπαίξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμπαίξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εμπαίξει
εσύ θα έχεις εμπαίξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμπαίξει
εμείς θα έχουμε εμπαίξει
εσείς θα έχετε εμπαίξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμπαίξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εμπαίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) εμπαίξτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εμπαίζομαι
εσύ εμπαίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εμπαίζεται
εμείς εμπαιζόμαστε
εσείς εμπαίζεστε / εμπαιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπαίζονται
Παρατατικός
εγώ εμπαιζόμουν / εμπαιζόμουνα
εσύ εμπαιζόσουν / εμπαιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εμπαιζόταν / εμπαιζότανε
εμείς εμπαιζόμασταν / εμπαιζόμαστε
εσείς εμπαιζόσασταν / εμπαιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπαίζονταν / εμπαιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ εμπαίχθηκα / εμπαίχτηκα
εσύ εμπαίχθηκες / εμπαίχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό εμπαίχθηκε / εμπαίχτηκε
εμείς εμπαιχθήκαμε / εμπαιχτήκαμε
εσείς εμπαιχθήκατε / εμπαιχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμπαίχθηκαν / εμπαιχθήκαν / εμπαιχθήκανε / εμπαίχτηκαν / εμπαιχτήκαν / εμπαιχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εμπαίζομαι
εσύ θα εμπαίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπαίζεται
εμείς θα εμπαιζόμαστε
εσείς θα εμπαίζεστε / θα εμπαιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπαίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμπαιχθώ / θα εμπαιχτώ
εσύ θα εμπαιχθείς / θα εμπαιχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εμπαιχθεί / θα εμπαιχτεί
εμείς θα εμπαιχθούμε / θα εμπαιχτούμε
εσείς θα εμπαιχθείτε / θα εμπαιχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμπαιχθούν / θα εμπαιχθούνε / θα εμπαιχτούν / θα εμπαιχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εμπαιχθώ / εμπαιχτώ
εσύ να εμπαιχθείς / εμπαιχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
εμείς να εμπαιχθούμε / εμπαιχτούμε
εσείς να εμπαιχθείτε / εμπαιχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμπαιχθούν / εμπαιχθούνε / εμπαιχτούν / εμπαιχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
εσύ έχεις εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
εμείς έχουμε εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
εσείς έχετε εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
εσύ είχες εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
εμείς είχαμε εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
εσείς είχατε εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
εσύ θα έχεις εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
εμείς θα έχουμε εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
εσείς θα έχετε εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εμπαίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εμπαίξου
(εσείς) εμπαιχθείτε / εμπαιχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εμπαίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εμπαίξει
Μετοχή παρακειμένου
εμπαιγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εμπαίξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εμπαιχθεί / εμπαιχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.