to innoculate (against a disease)
Πλήρης κλίση του ρήματος εμβολιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εμβολιάζω
εσύ εμβολιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό εμβολιάζει
εμείς εμβολιάζουμε
εσείς εμβολιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβολιάζουν / εμβολιάζουνε
Παρατατικός
εγώ εμβολίαζα
εσύ εμβολίαζες
αυτός/αυτή/αυτό εμβολίαζε
εμείς εμβολιάζαμε
εσείς εμβολιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβολίαζαν / εμβολιάζαν / εμβολιάζανε
Αόριστος
εγώ εμβολίασα
εσύ εμβολίασες
αυτός/αυτή/αυτό εμβολίασε
εμείς εμβολιάσαμε
εσείς εμβολιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβολίασαν / εμβολιάσαν / εμβολιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εμβολιάζω
εσύ θα εμβολιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμβολιάζει
εμείς θα εμβολιάζουμε
εσείς θα εμβολιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμβολιάζουν / θα εμβολιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμβολιάσω
εσύ θα εμβολιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμβολιάσει
εμείς θα εμβολιάσουμε
εσείς θα εμβολιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμβολιάσουν / θα εμβολιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εμβολιάσω
εσύ να εμβολιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εμβολιάσει
εμείς να εμβολιάσουμε
εσείς να εμβολιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμβολιάσουν / εμβολιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εμβολιάσει
εσύ έχεις εμβολιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμβολιάσει
εμείς έχουμε εμβολιάσει
εσείς έχετε εμβολιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμβολιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εμβολιάσει
εσύ είχες εμβολιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμβολιάσει
εμείς είχαμε εμβολιάσει
εσείς είχατε εμβολιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμβολιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εμβολιάσει
εσύ θα έχεις εμβολιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμβολιάσει
εμείς θα έχουμε εμβολιάσει
εσείς θα έχετε εμβολιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμβολιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εμβολίαζε
(εσείς) εμβολιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εμβολίασε
(εσείς) εμβολιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εμβολιάζομαι
εσύ εμβολιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εμβολιάζεται
εμείς εμβολιαζόμαστε
εσείς εμβολιάζεστε / εμβολιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβολιάζονται
Παρατατικός
εγώ εμβολιαζόμουν / εμβολιαζόμουνα
εσύ εμβολιαζόσουν / εμβολιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εμβολιαζόταν / εμβολιαζότανε
εμείς εμβολιαζόμασταν / εμβολιαζόμαστε
εσείς εμβολιαζόσασταν / εμβολιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβολιάζονταν / εμβολιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ εμβολιάστηκα
εσύ εμβολιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εμβολιάστηκε
εμείς εμβολιαστήκαμε
εσείς εμβολιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβολιάστηκαν / εμβολιαστήκαν / εμβολιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εμβολιάζομαι
εσύ θα εμβολιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εμβολιάζεται
εμείς θα εμβολιαζόμαστε
εσείς θα εμβολιάζεστε / θα εμβολιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμβολιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμβολιαστώ
εσύ θα εμβολιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εμβολιαστεί
εμείς θα εμβολιαστούμε
εσείς θα εμβολιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμβολιαστούν / θα εμβολιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εμβολιαστώ
εσύ να εμβολιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εμβολιαστεί
εμείς να εμβολιαστούμε
εσείς να εμβολιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμβολιαστούν / εμβολιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εμβολιαστεί
εσύ έχεις εμβολιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμβολιαστεί
εμείς έχουμε εμβολιαστεί
εσείς έχετε εμβολιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμβολιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εμβολιαστεί
εσύ είχες εμβολιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμβολιαστεί
εμείς είχαμε εμβολιαστεί
εσείς είχατε εμβολιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμβολιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εμβολιαστεί
εσύ θα έχεις εμβολιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμβολιαστεί
εμείς θα έχουμε εμβολιαστεί
εσείς θα έχετε εμβολιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμβολιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εμβολιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εμβολιάσου
(εσείς) εμβολιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εμβολιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εμβολιάσει
Μετοχή παρακειμένου
εμβολιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εμβολιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εμβολιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.