to ram (one ship into another)
Πλήρης κλίση του ρήματος εμβολίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εμβολίζω
εσύ εμβολίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εμβολίζει
εμείς εμβολίζουμε
εσείς εμβολίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβολίζουν / εμβολίζουνε
Παρατατικός
εγώ εμβόλιζα
εσύ εμβόλιζες
αυτός/αυτή/αυτό εμβόλιζε
εμείς εμβολίζαμε
εσείς εμβολίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβόλιζαν / εμβολίζαν / εμβολίζανε
Αόριστος
εγώ εμβόλισα
εσύ εμβόλισες
αυτός/αυτή/αυτό εμβόλισε
εμείς εμβολίσαμε
εσείς εμβολίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβόλισαν / εμβολίσαν / εμβολίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εμβολίζω
εσύ θα εμβολίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμβολίζει
εμείς θα εμβολίζουμε
εσείς θα εμβολίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμβολίζουν / θα εμβολίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμβολίσω
εσύ θα εμβολίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εμβολίσει
εμείς θα εμβολίσουμε
εσείς θα εμβολίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμβολίσουν / θα εμβολίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εμβολίσω
εσύ να εμβολίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εμβολίσει
εμείς να εμβολίσουμε
εσείς να εμβολίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμβολίσουν / εμβολίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εμβολίσει
εσύ έχεις εμβολίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμβολίσει
εμείς έχουμε εμβολίσει
εσείς έχετε εμβολίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμβολίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εμβολίσει
εσύ είχες εμβολίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμβολίσει
εμείς είχαμε εμβολίσει
εσείς είχατε εμβολίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμβολίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εμβολίσει
εσύ θα έχεις εμβολίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμβολίσει
εμείς θα έχουμε εμβολίσει
εσείς θα έχετε εμβολίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμβολίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εμβόλιζε
(εσείς) εμβολίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εμβόλισε
(εσείς) εμβολίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εμβολίζομαι
εσύ εμβολίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εμβολίζεται
εμείς εμβολιζόμαστε
εσείς εμβολίζεστε / εμβολιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβολίζονται
Παρατατικός
εγώ εμβολιζόμουν / εμβολιζόμουνα
εσύ εμβολιζόσουν / εμβολιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εμβολιζόταν / εμβολιζότανε
εμείς εμβολιζόμασταν / εμβολιζόμαστε
εσείς εμβολιζόσασταν / εμβολιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβολίζονταν / εμβολιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ εμβολίστηκα
εσύ εμβολίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εμβολίστηκε
εμείς εμβολιστήκαμε
εσείς εμβολιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εμβολίστηκαν / εμβολιστήκαν / εμβολιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εμβολίζομαι
εσύ θα εμβολίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εμβολίζεται
εμείς θα εμβολιζόμαστε
εσείς θα εμβολίζεστε / θα εμβολιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμβολίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εμβολιστώ
εσύ θα εμβολιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εμβολιστεί
εμείς θα εμβολιστούμε
εσείς θα εμβολιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εμβολιστούν / θα εμβολιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εμβολιστώ
εσύ να εμβολιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εμβολιστεί
εμείς να εμβολιστούμε
εσείς να εμβολιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εμβολιστούν / εμβολιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εμβολιστεί
εσύ έχεις εμβολιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εμβολιστεί
εμείς έχουμε εμβολιστεί
εσείς έχετε εμβολιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εμβολιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εμβολιστεί
εσύ είχες εμβολιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εμβολιστεί
εμείς είχαμε εμβολιστεί
εσείς είχατε εμβολιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εμβολιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εμβολιστεί
εσύ θα έχεις εμβολιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εμβολιστεί
εμείς θα έχουμε εμβολιστεί
εσείς θα έχετε εμβολιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εμβολιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εμβολίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εμβολίσου
(εσείς) εμβολιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εμβολίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εμβολίσει
Μετοχή παρακειμένου
εμβολισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εμβολίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εμβολιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.