to hope to, expect to
Πλήρης κλίση του ρήματος ελπίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ελπίζω
εσύ ελπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό ελπίζει
εμείς ελπίζουμε
εσείς ελπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά ελπίζουν / ελπίζουνε
Παρατατικός
εγώ έλπιζα / ήλπιζα
εσύ έλπιζες / ήλπιζες
αυτός/αυτή/αυτό έλπιζε / ήλπιζε
εμείς ελπίζαμε
εσείς ελπίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλπιζαν / ελπίζαν / ελπίζανε / ήλπιζαν
Αόριστος
εγώ έλπισα / ήλπισα
εσύ έλπισες / ήλπισες
αυτός/αυτή/αυτό έλπισε / ήλπισε
εμείς ελπίσαμε
εσείς ελπίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έλπισαν / ελπίσαν / ελπίσανε / ήλπισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ελπίζω
εσύ θα ελπίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ελπίζει
εμείς θα ελπίζουμε
εσείς θα ελπίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ελπίζουν / θα ελπίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ελπίσω
εσύ θα ελπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ελπίσει
εμείς θα ελπίσουμε
εσείς θα ελπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ελπίσουν / θα ελπίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ελπίσω
εσύ να ελπίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ελπίσει
εμείς να ελπίσουμε
εσείς να ελπίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ελπίσουν / ελπίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ελπίσει
εσύ έχεις ελπίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ελπίσει
εμείς έχουμε ελπίσει
εσείς έχετε ελπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ελπίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ελπίσει
εσύ είχες ελπίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ελπίσει
εμείς είχαμε ελπίσει
εσείς είχατε ελπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ελπίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ελπίσει
εσύ θα έχεις ελπίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ελπίσει
εμείς θα έχουμε ελπίσει
εσείς θα έχετε ελπίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ελπίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) έλπιζε
(εσείς) ελπίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έλπισε / ήλπισε
(εσείς) ελπίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ελπίζοντας / έχοντας ελπίσει
Απαρέμφατο
ελπίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.