to lighten (weight, load, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος ελαφραίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ελαφραίνω
εσύ ελαφραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό ελαφραίνει
εμείς ελαφραίνουμε
εσείς ελαφραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά ελαφραίνουν / ελαφραίνουνε
Παρατατικός
εγώ ελάφρυνα
εσύ ελάφρυνες
αυτός/αυτή/αυτό ελάφρυνε
εμείς ελαφραίναμε
εσείς ελαφραίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ελάφρυναν / ελαφραίναν / ελαφραίνανε
Αόριστος
εγώ ελάφρυνα
εσύ ελάφρυνες
αυτός/αυτή/αυτό ελάφρυνε
εμείς ελαφρύναμε
εσείς ελαφρύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ελάφρυναν / ελαφρύναν / ελαφρύνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ελαφραίνω
εσύ θα ελαφραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ελαφραίνει
εμείς θα ελαφραίνουμε
εσείς θα ελαφραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ελαφραίνουν / θα ελαφραίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ελαφρύνω
εσύ θα ελαφρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ελαφρύνει
εμείς θα ελαφρύνουμε
εσείς θα ελαφρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ελαφρύνουν / θα ελαφρύνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ελαφρύνω
εσύ να ελαφρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να ελαφρύνει
εμείς να ελαφρύνουμε
εσείς να ελαφρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ελαφρύνουν / ελαφρύνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ελαφρύνει
εσύ έχεις ελαφρύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ελαφρύνει
εμείς έχουμε ελαφρύνει
εσείς έχετε ελαφρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ελαφρύνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ελαφρύνει
εσύ είχες ελαφρύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ελαφρύνει
εμείς είχαμε ελαφρύνει
εσείς είχατε ελαφρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ελαφρύνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ελαφρύνει
εσύ θα έχεις ελαφρύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ελαφρύνει
εμείς θα έχουμε ελαφρύνει
εσείς θα έχετε ελαφρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ελαφρύνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) ελάφρυνε
(εσείς) ελαφραίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ελάφρυνε
(εσείς) ελαφρύντε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ελαφραίνοντας / έχοντας ελαφρύνει
Απαρέμφατο
ελαφρύνει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.