Κλίση του ρήματος εκχωρώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εκχωρώ
to cede, transfer (something to another person)
Πλήρης κλίση του ρήματος εκχωρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκχωρώ
εσύ εκχωρείς
αυτός/αυτή/αυτό εκχωρεί
εμείς εκχωρούμε
εσείς εκχωρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά εκχωρούν / εκχωρούνε

Παρατατικός

εγώ εκχωρούσα
εσύ εκχωρούσες
αυτός/αυτή/αυτό εκχωρούσε
εμείς εκχωρούσαμε
εσείς εκχωρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκχωρούσαν / εκχωρούσανε

Αόριστος

εγώ εκχώρησα
εσύ εκχώρησες
αυτός/αυτή/αυτό εκχώρησε
εμείς εκχωρήσαμε
εσείς εκχωρήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκχώρησαν / εκχωρήσαν / εκχωρήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκχωρώ
εσύ θα εκχωρείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκχωρεί
εμείς θα εκχωρούμε
εσείς θα εκχωρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκχωρούν / θα εκχωρούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκχωρήσω
εσύ θα εκχωρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκχωρήσει
εμείς θα εκχωρήσουμε
εσείς θα εκχωρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκχωρήσουν / θα εκχωρήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκχωρήσω
εσύ να εκχωρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκχωρήσει
εμείς να εκχωρήσουμε
εσείς να εκχωρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκχωρήσουν / εκχωρήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκχωρήσει
εσύ έχεις εκχωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκχωρήσει
εμείς έχουμε εκχωρήσει
εσείς έχετε εκχωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκχωρήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκχωρήσει
εσύ είχες εκχωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκχωρήσει
εμείς είχαμε εκχωρήσει
εσείς είχατε εκχωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκχωρήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκχωρήσει
εσύ θα έχεις εκχωρήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκχωρήσει
εμείς θα έχουμε εκχωρήσει
εσείς θα έχετε εκχωρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκχωρήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εκχωρείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκχώρησε
(εσείς) εκχωρήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκχωρούμαι
εσύ εκχωρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκχωρείται
εμείς εκχωρούμαστε
εσείς εκχωρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκχωρούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό εκχωρούνταν
εμείς εκχωρούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκχωρούνταν / εκχωρούντο

Αόριστος

εγώ εκχωρήθηκα
εσύ εκχωρήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκχωρήθηκε
εμείς εκχωρηθήκαμε
εσείς εκχωρηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκχωρήθηκαν / εκχωρηθήκαν / εκχωρηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκχωρούμαι
εσύ θα εκχωρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκχωρείται
εμείς θα εκχωρούμαστε
εσείς θα εκχωρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκχωρούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκχωρηθώ
εσύ θα εκχωρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκχωρηθεί
εμείς θα εκχωρηθούμε
εσείς θα εκχωρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκχωρηθούν / θα εκχωρηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκχωρηθώ
εσύ να εκχωρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκχωρηθεί
εμείς να εκχωρηθούμε
εσείς να εκχωρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκχωρηθούν / εκχωρηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκχωρηθεί
εσύ έχεις εκχωρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκχωρηθεί
εμείς έχουμε εκχωρηθεί
εσείς έχετε εκχωρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκχωρηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκχωρηθεί
εσύ είχες εκχωρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκχωρηθεί
εμείς είχαμε εκχωρηθεί
εσείς είχατε εκχωρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκχωρηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκχωρηθεί
εσύ θα έχεις εκχωρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκχωρηθεί
εμείς θα έχουμε εκχωρηθεί
εσείς θα έχετε εκχωρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκχωρηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εκχωρείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκχωρήσου
(εσείς) εκχωρηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εκχωρώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εκχωρήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

εκχωρούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

εκχωρημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εκχωρήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εκχωρηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.