Κλίση του ρήματος εκχέω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εκχέω
to pour away
Πλήρης κλίση του ρήματος εκχέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκχέω
εσύ εκχέεις
αυτός/αυτή/αυτό εκχέει
εμείς εκχέουμε
εσείς εκχέετε

Παρατατικός

εγώ εξέχεα
εσύ εξέχεες
αυτός/αυτή/αυτό εξέχεε
εμείς εκχέαμε
εσείς εκχέατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέχεαν

Αόριστος

εγώ εξέχυσα
εσύ εξέχυσες
αυτός/αυτή/αυτό εξέχυσε
εμείς εκχύσαμε
εσείς εκχύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέχυσαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκχέω
εσύ θα εκχέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκχέει
εμείς θα εκχέουμε
εσείς θα εκχέετε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκχύσω
εσύ θα εκχύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκχύσει
εμείς θα εκχύσουμε
εσείς θα εκχύσετε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκχύσω
εσύ να εκχύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκχύσει
εμείς να εκχύσουμε
εσείς να εκχύσετε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκχύσει
εσύ έχεις εκχύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκχύσει
εμείς έχουμε εκχύσει
εσείς έχετε εκχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκχύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκχύσει
εσύ είχες εκχύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκχύσει
εμείς είχαμε εκχύσει
εσείς είχατε εκχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκχύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκχύσει
εσύ θα έχεις εκχύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκχύσει
εμείς θα έχουμε εκχύσει
εσείς θα έχετε εκχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκχύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) έκχεε
(εσείς) εκχέετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) έκχυσε
(εσείς) εκχύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκχέομαι
εσύ εκχέεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκχέεται
εμείς εκχεόμαστε
εσείς εκχέεστε / εκχέεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά εκχέονται

Παρατατικός

εμείς εκχεόμασταν / εκχεόμαστε
εσείς εκχεόσασταν / εκχεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκχέονταν

Αόριστος

εγώ εκχύθηκα
εσύ εκχύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκχύθηκε
εμείς εκχυθήκαμε
εσείς εκχυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκχύθηκαν / εκχυθήκαν / εκχυθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκχέομαι
εσύ θα εκχέεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκχέεται
εμείς θα εκχεόμαστε
εσείς θα εκχέεστε / θα εκχέεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκχέονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκχυθώ
εσύ θα εκχυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκχυθεί
εμείς θα εκχυθούμε
εσείς θα εκχυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκχυθούν / θα εκχυθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκχυθώ
εσύ να εκχυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκχυθεί
εμείς να εκχυθούμε
εσείς να εκχυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκχυθούν / εκχυθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκχυθεί
εσύ έχεις εκχυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκχυθεί
εμείς έχουμε εκχυθεί
εσείς έχετε εκχυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκχυθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκχυθεί
εσύ είχες εκχυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκχυθεί
εμείς είχαμε εκχυθεί
εσείς είχατε εκχυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκχυθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκχυθεί
εσύ θα έχεις εκχυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκχυθεί
εμείς θα έχουμε εκχυθεί
εσείς θα έχετε εκχυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκχυθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εκχέεστε / εκχέεσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκχύσου
(εσείς) εκχυθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εκχέοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εκχύσει

Απαρέμφατο

εκχύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εκχυθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.