to announce
Πλήρης κλίση του ρήματος εκφωνώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκφωνώ
εσύ εκφωνείς
αυτός/αυτή/αυτό εκφωνεί
εμείς εκφωνούμε
εσείς εκφωνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά εκφωνούν / εκφωνούνε
Παρατατικός
εγώ εκφωνούσα
εσύ εκφωνούσες
αυτός/αυτή/αυτό εκφωνούσε
εμείς εκφωνούσαμε
εσείς εκφωνούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκφωνούσαν / εκφωνούσανε
Αόριστος
εγώ εκφώνησα
εσύ εκφώνησες
αυτός/αυτή/αυτό εκφώνησε
εμείς εκφωνήσαμε
εσείς εκφωνήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκφώνησαν / εκφωνήσαν / εκφωνήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκφωνώ
εσύ θα εκφωνείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκφωνεί
εμείς θα εκφωνούμε
εσείς θα εκφωνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκφωνούν / θα εκφωνούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκφωνήσω
εσύ θα εκφωνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκφωνήσει
εμείς θα εκφωνήσουμε
εσείς θα εκφωνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκφωνήσουν / θα εκφωνήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκφωνήσω
εσύ να εκφωνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκφωνήσει
εμείς να εκφωνήσουμε
εσείς να εκφωνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκφωνήσουν / εκφωνήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκφωνήσει
εσύ έχεις εκφωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκφωνήσει
εμείς έχουμε εκφωνήσει
εσείς έχετε εκφωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκφωνήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκφωνήσει
εσύ είχες εκφωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκφωνήσει
εμείς είχαμε εκφωνήσει
εσείς είχατε εκφωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκφωνήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκφωνήσει
εσύ θα έχεις εκφωνήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκφωνήσει
εμείς θα έχουμε εκφωνήσει
εσείς θα έχετε εκφωνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκφωνήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκφωνείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκφώνησε
(εσείς) εκφωνήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκφωνούμαι
εσύ εκφωνείσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκφωνείται
εμείς εκφωνούμαστε / εκφωνούμεθα
εσείς εκφωνείστε / εκφωνείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά εκφωνούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό εκφωνούνταν
εμείς εκφωνούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκφωνούνταν
Αόριστος
εγώ εκφωνήθηκα
εσύ εκφωνήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκφωνήθηκε
εμείς εκφωνηθήκαμε
εσείς εκφωνηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκφωνήθηκαν / εκφωνηθήκαν / εκφωνηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκφωνούμαι
εσύ θα εκφωνείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκφωνείται
εμείς θα εκφωνούμαστε / θα εκφωνούμεθα
εσείς θα εκφωνείστε / θα εκφωνείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκφωνούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκφωνηθώ
εσύ θα εκφωνηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκφωνηθεί
εμείς θα εκφωνηθούμε
εσείς θα εκφωνηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκφωνηθούν / θα εκφωνηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκφωνηθώ
εσύ να εκφωνηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκφωνηθεί
εμείς να εκφωνηθούμε
εσείς να εκφωνηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκφωνηθούν / εκφωνηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκφωνηθεί
εσύ έχεις εκφωνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκφωνηθεί
εμείς έχουμε εκφωνηθεί
εσείς έχετε εκφωνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκφωνηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκφωνηθεί
εσύ είχες εκφωνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκφωνηθεί
εμείς είχαμε εκφωνηθεί
εσείς είχατε εκφωνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκφωνηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκφωνηθεί
εσύ θα έχεις εκφωνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκφωνηθεί
εμείς θα έχουμε εκφωνηθεί
εσείς θα έχετε εκφωνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκφωνηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκφωνείστε / εκφωνείσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκφωνήσου
(εσείς) εκφωνηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εκφωνώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εκφωνήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εκφωνούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
εκφωνημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εκφωνήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εκφωνηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.