to deflect, divert
Πλήρης κλίση του ρήματος εκτρέπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκτρέπω
εσύ εκτρέπεις
αυτός/αυτή/αυτό εκτρέπει
εμείς εκτρέπουμε
εσείς εκτρέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκτρέπουν / εκτρέπουνε
Παρατατικός
εγώ εξέτρεπα
εσύ εξέτρεπες
αυτός/αυτή/αυτό εξέτρεπε
εμείς εκτρέπαμε
εσείς εκτρέπατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέτρεπαν / εκτρέπαν / εκτρέπανε
Αόριστος
εγώ εξέτρεψα
εσύ εξέτρεψες
αυτός/αυτή/αυτό εξέτρεψε
εμείς εκτρέψαμε
εσείς εκτρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέτρεψαν / εκτρέψαν / εκτρέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκτρέπω
εσύ θα εκτρέπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκτρέπει
εμείς θα εκτρέπουμε
εσείς θα εκτρέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκτρέπουν / θα εκτρέπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκτρέψω
εσύ θα εκτρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκτρέψει
εμείς θα εκτρέψουμε
εσείς θα εκτρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκτρέψουν / θα εκτρέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκτρέψω
εσύ να εκτρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκτρέψει
εμείς να εκτρέψουμε
εσείς να εκτρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκτρέψουν / εκτρέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκτρέψει
εσύ έχεις εκτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκτρέψει
εμείς έχουμε εκτρέψει
εσείς έχετε εκτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκτρέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκτρέψει
εσύ είχες εκτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκτρέψει
εμείς είχαμε εκτρέψει
εσείς είχατε εκτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκτρέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκτρέψει
εσύ θα έχεις εκτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκτρέψει
εμείς θα έχουμε εκτρέψει
εσείς θα έχετε εκτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκτρέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) έκτρεπε
(εσείς) εκτρέπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έκτρεψε
(εσείς) εκτρέψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκτρέπομαι
εσύ εκτρέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκτρέπεται
εμείς εκτρεπόμαστε
εσείς εκτρέπεστε / εκτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκτρέπονται
Παρατατικός
εγώ εκτρεπόμουν / εκτρεπόμουνα
εσύ εκτρεπόσουν / εκτρεπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκτρεπόταν / εκτρεπότανε
εμείς εκτρεπόμασταν / εκτρεπόμαστε
εσείς εκτρεπόσασταν / εκτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκτρέπονταν / εκτρεπόντουσαν
Αόριστος
εγώ εκτράπηκα
εσύ εκτράπηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκτράπηκε / εξετράπη
εμείς εκτραπήκαμε
εσείς εκτραπήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκτράπηκαν / εκτραπήκαν / εκτραπήκανε / εξετράπησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκτρέπομαι
εσύ θα εκτρέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκτρέπεται
εμείς θα εκτρεπόμαστε
εσείς θα εκτρέπεστε / θα εκτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκτρέπονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκτραπώ
εσύ θα εκτραπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκτραπεί
εμείς θα εκτραπούμε
εσείς θα εκτραπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκτραπούν / θα εκτραπούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκτραπώ
εσύ να εκτραπείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκτραπεί
εμείς να εκτραπούμε
εσείς να εκτραπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκτραπούν / εκτραπούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκτραπεί
εσύ έχεις εκτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκτραπεί
εμείς έχουμε εκτραπεί
εσείς έχετε εκτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκτραπεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκτραπεί
εσύ είχες εκτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκτραπεί
εμείς είχαμε εκτραπεί
εσείς είχατε εκτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκτραπεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκτραπεί
εσύ θα έχεις εκτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκτραπεί
εμείς θα έχουμε εκτραπεί
εσείς θα έχετε εκτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκτραπεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκτρέπεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκτρέψου
(εσείς) εκτραπείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εκτρέποντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εκτρέψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εκτρεπόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εκτρέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εκτραπεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.