Κλίση του ρήματος εκτοξεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εκτοξεύω
to launch, to hurl (to throw with force)
Πλήρης κλίση του ρήματος εκτοξεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκτοξεύω
εσύ εκτοξεύεις
αυτός/αυτή/αυτό εκτοξεύει
εμείς εκτοξεύουμε
εσείς εκτοξεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκτοξεύουν / εκτοξεύουνε

Παρατατικός

εγώ εκτόξευα
εσύ εκτόξευες
αυτός/αυτή/αυτό εκτόξευε
εμείς εκτοξεύαμε
εσείς εκτοξεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκτόξευαν / εκτοξεύαν / εκτοξεύανε

Αόριστος

εγώ εκτόξευσα
εσύ εκτόξευσες
αυτός/αυτή/αυτό εκτόξευσε
εμείς εκτοξεύσαμε
εσείς εκτοξεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκτόξευσαν / εκτοξεύσαν / εκτοξεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκτοξεύω
εσύ θα εκτοξεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκτοξεύει
εμείς θα εκτοξεύουμε
εσείς θα εκτοξεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκτοξεύουν / θα εκτοξεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκτοξεύσω
εσύ θα εκτοξεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκτοξεύσει
εμείς θα εκτοξεύσουμε
εσείς θα εκτοξεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκτοξεύσουν / θα εκτοξεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκτοξεύσω
εσύ να εκτοξεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκτοξεύσει
εμείς να εκτοξεύσουμε
εσείς να εκτοξεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκτοξεύσουν / εκτοξεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκτοξεύσει
εσύ έχεις εκτοξεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκτοξεύσει
εμείς έχουμε εκτοξεύσει
εσείς έχετε εκτοξεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκτοξεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκτοξεύσει
εσύ είχες εκτοξεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκτοξεύσει
εμείς είχαμε εκτοξεύσει
εσείς είχατε εκτοξεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκτοξεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκτοξεύσει
εσύ θα έχεις εκτοξεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκτοξεύσει
εμείς θα έχουμε εκτοξεύσει
εσείς θα έχετε εκτοξεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκτοξεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εκτόξευε
(εσείς) εκτοξεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκτόξευσε
(εσείς) εκτοξεύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκτοξεύομαι
εσύ εκτοξεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκτοξεύεται
εμείς εκτοξευόμαστε
εσείς εκτοξεύεστε / εκτοξευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκτοξεύονται

Παρατατικός

εγώ εκτοξευόμουν / εκτοξευόμουνα
εσύ εκτοξευόσουν / εκτοξευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκτοξευόταν / εκτοξευότανε
εμείς εκτοξευόμασταν / εκτοξευόμαστε
εσείς εκτοξευόσασταν / εκτοξευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκτοξεύονταν / εκτοξευόντουσαν

Αόριστος

εγώ εκτοξεύτηκα / εκτοξεύθηκα
εσύ εκτοξεύτηκες / εκτοξεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκτοξεύτηκε / εκτοξεύθηκε
εμείς εκτοξευτήκαμε / εκτοξευθήκαμε
εσείς εκτοξευτήκατε / εκτοξευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκτοξεύτηκαν / εκτοξευτήκαν / εκτοξευτήκανε / εκτοξεύθηκαν / εκτοξευθήκαν / εκτοξευθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκτοξεύομαι
εσύ θα εκτοξεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκτοξεύεται
εμείς θα εκτοξευόμαστε
εσείς θα εκτοξεύεστε / θα εκτοξευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκτοξεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκτοξευτώ / θα εκτοξευθώ
εσύ θα εκτοξευτείς / θα εκτοξευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκτοξευτεί / θα εκτοξευθεί
εμείς θα εκτοξευτούμε / θα εκτοξευθούμε
εσείς θα εκτοξευτείτε / θα εκτοξευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκτοξευτούν / θα εκτοξευτούνε / θα εκτοξευθούν / θα εκτοξευθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκτοξευτώ / εκτοξευθώ
εσύ να εκτοξευτείς / εκτοξευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
εμείς να εκτοξευτούμε / εκτοξευθούμε
εσείς να εκτοξευτείτε / εκτοξευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκτοξευτούν / εκτοξευτούνε / εκτοξευθούν / εκτοξευθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
εσύ έχεις εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
εμείς έχουμε εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
εσείς έχετε εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκτοξευτεί / εκτοξευθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
εσύ είχες εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
εμείς είχαμε εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
εσείς είχατε εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκτοξευτεί / εκτοξευθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
εσύ θα έχεις εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
εμείς θα έχουμε εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
εσείς θα έχετε εκτοξευτεί / εκτοξευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκτοξευτεί / εκτοξευθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εκτοξεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκτοξεύσου
(εσείς) εκτοξευτείτε / εκτοξευθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εκτοξεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εκτοξεύσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

εκτοξευόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

εκτοξευμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εκτοξεύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εκτοξευτεί / εκτοξευθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.