Κλίση του ρήματος εκστρατεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εκστρατεύω
to do a campaign
Πλήρης κλίση του ρήματος εκστρατεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκστρατεύω
εσύ εκστρατεύεις
αυτός/αυτή/αυτό εκστρατεύει
εμείς εκστρατεύουμε
εσείς εκστρατεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκστρατεύουν / εκστρατεύουνε

Παρατατικός

εγώ εκστράτευα
εσύ εκστράτευες
αυτός/αυτή/αυτό εκστράτευε
εμείς εκστρατεύαμε
εσείς εκστρατεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκστράτευαν / εκστρατεύαν / εκστρατεύανε

Αόριστος

εγώ εκστράτευσα
εσύ εκστράτευσες
αυτός/αυτή/αυτό εκστράτευσε
εμείς εκστρατεύσαμε
εσείς εκστρατεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκστράτευσαν / εκστρατεύσαν / εκστρατεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκστρατεύω
εσύ θα εκστρατεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκστρατεύει
εμείς θα εκστρατεύουμε
εσείς θα εκστρατεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκστρατεύουν / θα εκστρατεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκστρατεύσω
εσύ θα εκστρατεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκστρατεύσει
εμείς θα εκστρατεύσουμε
εσείς θα εκστρατεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκστρατεύσουν / θα εκστρατεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκστρατεύσω
εσύ να εκστρατεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκστρατεύσει
εμείς να εκστρατεύσουμε
εσείς να εκστρατεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκστρατεύσουν / εκστρατεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκστρατεύσει
εσύ έχεις εκστρατεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκστρατεύσει
εμείς έχουμε εκστρατεύσει
εσείς έχετε εκστρατεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκστρατεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκστρατεύσει
εσύ είχες εκστρατεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκστρατεύσει
εμείς είχαμε εκστρατεύσει
εσείς είχατε εκστρατεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκστρατεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκστρατεύσει
εσύ θα έχεις εκστρατεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκστρατεύσει
εμείς θα έχουμε εκστρατεύσει
εσείς θα έχετε εκστρατεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκστρατεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εκστρατεύε
(εσείς) εκστρατεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκστρατεύσε
(εσείς) εκστρατεύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκστρατεύομαι
εσύ εκστρατεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκστρατεύεται
εμείς εκστρατεύόμαστε
εσείς εκστρατεύεστε / εκστρατεύόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκστρατεύονται

Παρατατικός

εγώ εκστρατεύόμουν / εκστρατεύόμουνα
εσύ εκστρατεύόσουν / εκστρατεύόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκστρατεύόταν / εκστρατεύότανε
εμείς εκστρατεύόμασταν / εκστρατεύόμαστε
εσείς εκστρατεύόσασταν / εκστρατεύόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκστρατεύονταν / εκστρατεύόντουσαν

Αόριστος

εγώ εκστρατεύστηκα
εσύ εκστρατεύστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκστρατεύστηκε
εμείς εκστρατευστήκαμε
εσείς εκστρατευστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκστρατεύστηκαν / εκστρατευστήκαν / εκστρατευστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκστρατεύομαι
εσύ θα εκστρατεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκστρατεύεται
εμείς θα εκστρατεύόμαστε
εσείς θα εκστρατεύεστε / θα εκστρατεύόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκστρατεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκστρατευστώ
εσύ θα εκστρατευστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκστρατευστεί
εμείς θα εκστρατευστούμε
εσείς θα εκστρατευστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκστρατευστούν / θα εκστρατευστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκστρατευστώ
εσύ να εκστρατευστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκστρατευστεί
εμείς να εκστρατευστούμε
εσείς να εκστρατευστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκστρατευστούν / εκστρατευστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκστρατευστεί
εσύ έχεις εκστρατευστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκστρατευστεί
εμείς έχουμε εκστρατευστεί
εσείς έχετε εκστρατευστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκστρατευστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκστρατευστεί
εσύ είχες εκστρατευστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκστρατευστεί
εμείς είχαμε εκστρατευστεί
εσείς είχατε εκστρατευστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκστρατευστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκστρατευστεί
εσύ θα έχεις εκστρατευστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκστρατευστεί
εμείς θα έχουμε εκστρατευστεί
εσείς θα έχετε εκστρατευστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκστρατευστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εκστρατεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκστρατεύσου
(εσείς) εκστρατευστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εκστρατεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εκστρατεύσει

Μετοχή παρακειμένου

εκστατευομένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εκστρατεύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εκστρατευστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.