to ejaculate
Πλήρης κλίση του ρήματος εκσπερματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκσπερματίζω
εσύ εκσπερματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εκσπερματίζει
εμείς εκσπερματίζουμε
εσείς εκσπερματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκσπερματίζουν / εκσπερματίζουνε
Παρατατικός
εγώ εκσπερμάτιζα
εσύ εκσπερμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό εκσπερμάτιζε
εμείς εκσπερματίζαμε
εσείς εκσπερματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκσπερμάτιζαν / εκσπερματίζαν / εκσπερματίζανε
Αόριστος
εγώ εκσπερμάτισα
εσύ εκσπερμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό εκσπερμάτισε
εμείς εκσπερματίσαμε
εσείς εκσπερματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκσπερμάτισαν / εκσπερματίσαν / εκσπερματίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκσπερματίζω
εσύ θα εκσπερματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκσπερματίζει
εμείς θα εκσπερματίζουμε
εσείς θα εκσπερματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκσπερματίζουν / θα εκσπερματίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκσπερματίσω
εσύ θα εκσπερματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκσπερματίσει
εμείς θα εκσπερματίσουμε
εσείς θα εκσπερματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκσπερματίσουν / θα εκσπερματίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκσπερματίσω
εσύ να εκσπερματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκσπερματίσει
εμείς να εκσπερματίσουμε
εσείς να εκσπερματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκσπερματίσουν / εκσπερματίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκσπερματίσει
εσύ έχεις εκσπερματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκσπερματίσει
εμείς έχουμε εκσπερματίσει
εσείς έχετε εκσπερματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκσπερματίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκσπερματίσει
εσύ είχες εκσπερματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκσπερματίσει
εμείς είχαμε εκσπερματίσει
εσείς είχατε εκσπερματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκσπερματίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκσπερματίσει
εσύ θα έχεις εκσπερματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκσπερματίσει
εμείς θα έχουμε εκσπερματίσει
εσείς θα έχετε εκσπερματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκσπερματίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εκσπερμάτιζε
(εσείς) εκσπερματίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκσπερμάτισε
(εσείς) εκσπερματίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκσπερματίζομαι
εσύ εκσπερματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκσπερματίζεται
εμείς εκσπερματιζόμαστε
εσείς εκσπερματίζεστε / εκσπερματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκσπερματίζονται
Παρατατικός
εγώ εκσπερματιζόμουν / εκσπερματιζόμουνα
εσύ εκσπερματιζόσουν / εκσπερματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκσπερματιζόταν / εκσπερματιζότανε
εμείς εκσπερματιζόμασταν / εκσπερματιζόμαστε
εσείς εκσπερματιζόσασταν / εκσπερματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκσπερματίζονταν / εκσπερματιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ εκσπερματίστηκα
εσύ εκσπερματίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκσπερματίστηκε
εμείς εκσπερματιστήκαμε
εσείς εκσπερματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκσπερματίστηκαν / εκσπερματιστήκαν / εκσπερματιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκσπερματίζομαι
εσύ θα εκσπερματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκσπερματίζεται
εμείς θα εκσπερματιζόμαστε
εσείς θα εκσπερματίζεστε / θα εκσπερματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκσπερματίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκσπερματιστώ
εσύ θα εκσπερματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκσπερματιστεί
εμείς θα εκσπερματιστούμε
εσείς θα εκσπερματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκσπερματιστούν / θα εκσπερματιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκσπερματιστώ
εσύ να εκσπερματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκσπερματιστεί
εμείς να εκσπερματιστούμε
εσείς να εκσπερματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκσπερματιστούν / εκσπερματιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκσπερματιστεί
εσύ έχεις εκσπερματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκσπερματιστεί
εμείς έχουμε εκσπερματιστεί
εσείς έχετε εκσπερματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκσπερματιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκσπερματιστεί
εσύ είχες εκσπερματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκσπερματιστεί
εμείς είχαμε εκσπερματιστεί
εσείς είχατε εκσπερματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκσπερματιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκσπερματιστεί
εσύ θα έχεις εκσπερματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκσπερματιστεί
εμείς θα έχουμε εκσπερματιστεί
εσείς θα έχετε εκσπερματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκσπερματιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκσπερματίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκσπερματίσου
(εσείς) εκσπερματιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εκσπερματίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εκσπερματίσει
Μετοχή παρακειμένου
εκσπερματισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εκσπερματίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εκσπερματιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.