to explode, to blow up, to go off (to fly apart with sudden violent force; to detonate) - literally: "I explode"
Πλήρης κλίση του ρήματος εκρήγνυμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκρήγνυμαι
εσύ εκρήγνυσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκρήγνυται
εμείς εκρηγνύμεθα
εσείς εκρήγνυσθε
αυτοί/αυτές/αυτά εκρήγνυνται
Αόριστος
αυτός/αυτή/αυτό εξερράγη
αυτοί/αυτές/αυτά εξερράγησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκρήγνυμαι
εσύ θα εκρήγνυσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκρήγνυται
εμείς θα εκρηγνύμεθα
εσείς θα εκρήγνυσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκρήγνυνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκραγώ
εσύ θα εκραγείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκραγεί
εμείς θα εκραγούμε
εσείς θα εκραγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκραγούν / θα εκραγούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκραγώ
εσύ να εκραγείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκραγεί
εμείς να εκραγούμε
εσείς να εκραγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκραγούν / εκραγούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκραγεί
εσύ έχεις εκραγεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκραγεί
εμείς έχουμε εκραγεί
εσείς έχετε εκραγεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκραγεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκραγεί
εσύ είχες εκραγεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκραγεί
εμείς είχαμε εκραγεί
εσείς είχατε εκραγεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκραγεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκραγεί
εσύ θα έχεις εκραγεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκραγεί
εμείς θα έχουμε εκραγεί
εσείς θα έχετε εκραγεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκραγεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκρήγνυσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) εκραγείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
εκραγεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.