to flow out
Πλήρης κλίση του ρήματος εκρέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκρέω
εσύ εκρέεις
αυτός/αυτή/αυτό εκρέει
εμείς εκρέουμε
εσείς εκρέετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκρέουν / εκρέουνε
Παρατατικός
εγώ εξέρρεα
εσύ εξέρρεες
αυτός/αυτή/αυτό εξέρρεε
εμείς εκρέαμε
εσείς εκρέατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέρρεαν / εκρέαν / εκρέανε
Αόριστος
εγώ εξέρρευσα
εσύ εξέρρευσες
αυτός/αυτή/αυτό εξέρρευσε
εμείς εκρεύσαμε
εσείς εκρεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέρρευσαν / εκρεύσαν / εκρεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκρέω
εσύ θα εκρέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκρέει
εμείς θα εκρέουμε
εσείς θα εκρέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκρέουν / θα εκρέουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκρεύσω
εσύ θα εκρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκρεύσει
εμείς θα εκρεύσουμε
εσείς θα εκρεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκρεύσουν / θα εκρεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκρεύσω
εσύ να εκρεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκρεύσει
εμείς να εκρεύσουμε
εσείς να εκρεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκρεύσουν / εκρεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκρεύσει
εσύ έχεις εκρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκρεύσει
εμείς έχουμε εκρεύσει
εσείς έχετε εκρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκρεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκρεύσει
εσύ είχες εκρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκρεύσει
εμείς είχαμε εκρεύσει
εσείς είχατε εκρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκρεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκρεύσει
εσύ θα έχεις εκρεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκρεύσει
εμείς θα έχουμε εκρεύσει
εσείς θα έχετε εκρεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκρεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκρέετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έκρευσε
(εσείς) εκρεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εκρέοντας / έχοντας εκρεύσει
Απαρέμφατο
εκρεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.