to fulfill
Πλήρης κλίση του ρήματος εκπληρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκπληρώνω
εσύ εκπληρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό εκπληρώνει
εμείς εκπληρώνουμε
εσείς εκπληρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπληρώνουν / εκπληρώνουνε
Παρατατικός
εγώ εκπλήρωνα
εσύ εκπλήρωνες
αυτός/αυτή/αυτό εκπλήρωνε
εμείς εκπληρώναμε
εσείς εκπληρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπλήρωναν / εκπληρώναν / εκπληρώνανε
Αόριστος
εγώ εκπλήρωσα
εσύ εκπλήρωσες
αυτός/αυτή/αυτό εκπλήρωσε
εμείς εκπληρώσαμε
εσείς εκπληρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπλήρωσαν / εκπληρώσαν / εκπληρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκπληρώνω
εσύ θα εκπληρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπληρώνει
εμείς θα εκπληρώνουμε
εσείς θα εκπληρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπληρώνουν / θα εκπληρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπληρώσω
εσύ θα εκπληρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπληρώσει
εμείς θα εκπληρώσουμε
εσείς θα εκπληρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπληρώσουν / θα εκπληρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκπληρώσω
εσύ να εκπληρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκπληρώσει
εμείς να εκπληρώσουμε
εσείς να εκπληρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκπληρώσουν / εκπληρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκπληρώσει
εσύ έχεις εκπληρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκπληρώσει
εμείς έχουμε εκπληρώσει
εσείς έχετε εκπληρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκπληρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκπληρώσει
εσύ είχες εκπληρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκπληρώσει
εμείς είχαμε εκπληρώσει
εσείς είχατε εκπληρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκπληρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκπληρώσει
εσύ θα έχεις εκπληρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκπληρώσει
εμείς θα έχουμε εκπληρώσει
εσείς θα έχετε εκπληρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκπληρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εκπλήρωνε
(εσείς) εκπληρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκπλήρωσε
(εσείς) εκπληρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκπληρώνομαι
εσύ εκπληρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκπληρώνεται
εμείς εκπληρωνόμαστε
εσείς εκπληρώνεστε / εκπληρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπληρώνονται
Παρατατικός
εγώ εκπληρωνόμουν / εκπληρωνόμουνα
εσύ εκπληρωνόσουν / εκπληρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκπληρωνόταν / εκπληρωνότανε
εμείς εκπληρωνόμασταν / εκπληρωνόμαστε
εσείς εκπληρωνόσασταν / εκπληρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπληρώνονταν / εκπληρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ εκπληρώθηκα
εσύ εκπληρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκπληρώθηκε
εμείς εκπληρωθήκαμε
εσείς εκπληρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπληρώθηκαν / εκπληρωθήκαν / εκπληρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκπληρώνομαι
εσύ θα εκπληρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπληρώνεται
εμείς θα εκπληρωνόμαστε
εσείς θα εκπληρώνεστε / θα εκπληρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπληρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπληρωθώ
εσύ θα εκπληρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπληρωθεί
εμείς θα εκπληρωθούμε
εσείς θα εκπληρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπληρωθούν / θα εκπληρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκπληρωθώ
εσύ να εκπληρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκπληρωθεί
εμείς να εκπληρωθούμε
εσείς να εκπληρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκπληρωθούν / εκπληρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκπληρωθεί
εσύ έχεις εκπληρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκπληρωθεί
εμείς έχουμε εκπληρωθεί
εσείς έχετε εκπληρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκπληρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκπληρωθεί
εσύ είχες εκπληρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκπληρωθεί
εμείς είχαμε εκπληρωθεί
εσείς είχατε εκπληρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκπληρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκπληρωθεί
εσύ θα έχεις εκπληρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκπληρωθεί
εμείς θα έχουμε εκπληρωθεί
εσείς θα έχετε εκπληρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκπληρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκπληρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκπληρώσου
(εσείς) εκπληρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εκπληρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εκπληρώσει
Μετοχή παρακειμένου
εκπληρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εκπληρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εκπληρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.