to educate, train
Πλήρης κλίση του ρήματος εκπαιδεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκπαιδεύω
εσύ εκπαιδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό εκπαιδεύει
εμείς εκπαιδεύουμε
εσείς εκπαιδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπαιδεύουν / εκπαιδεύουνε
Παρατατικός
εγώ εκπαίδευα
εσύ εκπαίδευες
αυτός/αυτή/αυτό εκπαίδευε
εμείς εκπαιδεύαμε
εσείς εκπαιδεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπαίδευαν / εκπαιδεύαν / εκπαιδεύανε
Αόριστος
εγώ εκπαίδευσα
εσύ εκπαίδευσες
αυτός/αυτή/αυτό εκπαίδευσε
εμείς εκπαιδεύσαμε
εσείς εκπαιδεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπαίδευσαν / εκπαιδεύσαν / εκπαιδεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκπαιδεύω
εσύ θα εκπαιδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπαιδεύει
εμείς θα εκπαιδεύουμε
εσείς θα εκπαιδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπαιδεύουν / θα εκπαιδεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπαιδεύσω
εσύ θα εκπαιδεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπαιδεύσει
εμείς θα εκπαιδεύσουμε
εσείς θα εκπαιδεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπαιδεύσουν / θα εκπαιδεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκπαιδεύσω
εσύ να εκπαιδεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκπαιδεύσει
εμείς να εκπαιδεύσουμε
εσείς να εκπαιδεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκπαιδεύσουν / εκπαιδεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκπαιδεύσει
εσύ έχεις εκπαιδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκπαιδεύσει
εμείς έχουμε εκπαιδεύσει
εσείς έχετε εκπαιδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκπαιδεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκπαιδεύσει
εσύ είχες εκπαιδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκπαιδεύσει
εμείς είχαμε εκπαιδεύσει
εσείς είχατε εκπαιδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκπαιδεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκπαιδεύσει
εσύ θα έχεις εκπαιδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκπαιδεύσει
εμείς θα έχουμε εκπαιδεύσει
εσείς θα έχετε εκπαιδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκπαιδεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) εκπαίδευε
(εσείς) εκπαιδεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκπαίδευσε
(εσείς) εκπαιδεύστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκπαιδεύομαι
εσύ εκπαιδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκπαιδεύεται
εμείς εκπαιδευόμαστε
εσείς εκπαιδεύεστε / εκπαιδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπαιδεύονται
Παρατατικός
εγώ εκπαιδευόμουν / εκπαιδευόμουνα
εσύ εκπαιδευόσουν / εκπαιδευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκπαιδευόταν / εκπαιδευότανε
εμείς εκπαιδευόμασταν / εκπαιδευόμαστε
εσείς εκπαιδευόσασταν / εκπαιδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπαιδεύονταν / εκπαιδευόντουσαν
Αόριστος
εγώ εκπαιδεύτηκα / εκπαιδεύθηκα
εσύ εκπαιδεύτηκες / εκπαιδεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκπαιδεύτηκε / εκπαιδεύθηκε
εμείς εκπαιδευτήκαμε / εκπαιδευθήκαμε
εσείς εκπαιδευτήκατε / εκπαιδευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπαιδεύτηκαν / εκπαιδευτήκαν / εκπαιδευτήκανε / εκπαιδεύθηκαν / εκπαιδευθήκαν / εκπαιδευθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκπαιδεύομαι
εσύ θα εκπαιδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπαιδεύεται
εμείς θα εκπαιδευόμαστε
εσείς θα εκπαιδεύεστε / θα εκπαιδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπαιδεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπαιδευτώ / θα εκπαιδευθώ
εσύ θα εκπαιδευτείς / θα εκπαιδευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπαιδευτεί / θα εκπαιδευθεί
εμείς θα εκπαιδευτούμε / θα εκπαιδευθούμε
εσείς θα εκπαιδευτείτε / θα εκπαιδευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπαιδευτούν / θα εκπαιδευτούνε / θα εκπαιδευθούν / θα εκπαιδευθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκπαιδευτώ / εκπαιδευθώ
εσύ να εκπαιδευτείς / εκπαιδευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
εμείς να εκπαιδευτούμε / εκπαιδευθούμε
εσείς να εκπαιδευτείτε / εκπαιδευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκπαιδευτούν / εκπαιδευτούνε / εκπαιδευθούν / εκπαιδευθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
εσύ έχεις εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
εμείς έχουμε εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
εσείς έχετε εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
εσύ είχες εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
εμείς είχαμε εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
εσείς είχατε εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
εσύ θα έχεις εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
εμείς θα έχουμε εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
εσείς θα έχετε εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκπαιδεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκπαιδεύσου
(εσείς) εκπαιδευτείτε / εκπαιδευθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εκπαιδεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εκπαιδεύσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εκπαιδευόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
εκπαιδευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εκπαιδεύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εκπαιδευτεί / εκπαιδευθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.