Κλίση του ρήματος εκπίπτω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εκπίπτω
to extracted discount amount (of money, taxes)
Πλήρης κλίση του ρήματος εκπίπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκπίπτω
εσύ εκπίπτεις
αυτός/αυτή/αυτό εκπίπτει
εμείς εκπίπτουμε
εσείς εκπίπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπίπτουν / εκπίπτουνε

Παρατατικός

εγώ εξέπιπτα
εσύ εξέπιπτες
αυτός/αυτή/αυτό εξέπιπτε
εμείς εκπίπταμε
εσείς εκπίπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέπιπταν / εκπίπταν / εκπίπτανε

Αόριστος

εγώ εξέπεσα
εσύ εξέπεσες
αυτός/αυτή/αυτό εξέπεσε
εμείς εκπέσαμε
εσείς εκπέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέπεσαν / εκπέσαν / εκπέσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκπίπτω
εσύ θα εκπίπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπίπτει
εμείς θα εκπίπτουμε
εσείς θα εκπίπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπίπτουν / θα εκπίπτουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκπέσω
εσύ θα εκπέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπέσει
εμείς θα εκπέσουμε
εσείς θα εκπέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπέσουν / θα εκπέσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκπέσω
εσύ να εκπέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκπέσει
εμείς να εκπέσουμε
εσείς να εκπέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκπέσουν / εκπέσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκπέσει
εσύ έχεις εκπέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκπέσει
εμείς έχουμε εκπέσει
εσείς έχετε εκπέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκπέσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκπέσει
εσύ είχες εκπέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκπέσει
εμείς είχαμε εκπέσει
εσείς είχατε εκπέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκπέσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκπέσει
εσύ θα έχεις εκπέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκπέσει
εμείς θα έχουμε εκπέσει
εσείς θα έχετε εκπέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκπέσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εκπίπτετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) έκπεσε
(εσείς) εκπέσετε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εκπίπτοντας / έχοντας εκπέσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

εκπεσμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εκπέσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.