to transmit, broadcast
Πλήρης κλίση του ρήματος εκπέμπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκπέμπω
εσύ εκπέμπεις
αυτός/αυτή/αυτό εκπέμπει
εμείς εκπέμπουμε
εσείς εκπέμπετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπέμπουν / εκπέμπουνε
Παρατατικός
εγώ εξέπεμπα
εσύ εξέπεμπες
αυτός/αυτή/αυτό εξέπεμπε
εμείς εκπέμπαμε
εσείς εκπέμπατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέπεμπαν / εκπέμπαν / εκπέμπανε
Αόριστος
εγώ εξέπεμψα
εσύ εξέπεμψες
αυτός/αυτή/αυτό εξέπεμψε
εμείς εκπέμπψαμε
εσείς εκπέμπψατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέπεμψαν / εκπέμπψαν / εκπέμπψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκπέμπω
εσύ θα εκπέμπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπέμπει
εμείς θα εκπέμπουμε
εσείς θα εκπέμπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπέμπουν / θα εκπέμπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπέμπψω
εσύ θα εκπέμπψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπέμπψει
εμείς θα εκπέμπψουμε
εσείς θα εκπέμπψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπέμπψουν / θα εκπέμπψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκπέμπψω
εσύ να εκπέμπψεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκπέμπψει
εμείς να εκπέμπψουμε
εσείς να εκπέμπψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκπέμπψουν / εκπέμπψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκπέμπψει
εσύ έχεις εκπέμπψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκπέμπψει
εμείς έχουμε εκπέμπψει
εσείς έχετε εκπέμπψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκπέμπψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκπέμπψει
εσύ είχες εκπέμπψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκπέμπψει
εμείς είχαμε εκπέμπψει
εσείς είχατε εκπέμπψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκπέμπψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκπέμπψει
εσύ θα έχεις εκπέμπψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκπέμπψει
εμείς θα έχουμε εκπέμπψει
εσείς θα έχετε εκπέμπψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκπέμπψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκπέμπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) εκπέμπψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκπέμπομαι
εσύ εκπέμπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκπέμπεται
εμείς εκπεμπόμαστε
εσείς εκπέμπεστε / εκπεμπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπέμπονται
Παρατατικός
εγώ εκπεμπόμουν / εκπεμπόμουνα
εσύ εκπεμπόσουν / εκπεμπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκπεμπόταν / εκπεμπότανε
εμείς εκπεμπόμασταν / εκπεμπόμαστε
εσείς εκπεμπόσασταν / εκπεμπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπέμπονταν / εκπεμπόντουσαν
Αόριστος
εγώ εκπέμφθηκα
εσύ εκπέμφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκπέμφθηκε
εμείς εκπεμφθήκαμε
εσείς εκπεμφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκπέμφθηκαν / εκπεμφθήκαν / εκπεμφθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκπέμπομαι
εσύ θα εκπέμπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπέμπεται
εμείς θα εκπεμπόμαστε
εσείς θα εκπέμπεστε / θα εκπεμπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπέμπονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκπεμφθώ
εσύ θα εκπεμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκπεμφθεί
εμείς θα εκπεμφθούμε
εσείς θα εκπεμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκπεμφθούν / θα εκπεμφθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκπεμφθώ
εσύ να εκπεμφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκπεμφθεί
εμείς να εκπεμφθούμε
εσείς να εκπεμφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκπεμφθούν / εκπεμφθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκπεμφθεί
εσύ έχεις εκπεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκπεμφθεί
εμείς έχουμε εκπεμφθεί
εσείς έχετε εκπεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκπεμφθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκπεμφθεί
εσύ είχες εκπεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκπεμφθεί
εμείς είχαμε εκπεμφθεί
εσείς είχατε εκπεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκπεμφθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκπεμφθεί
εσύ θα έχεις εκπεμφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκπεμφθεί
εμείς θα έχουμε εκπεμφθεί
εσείς θα έχετε εκπεμφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκπεμφθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκπέμπεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκπέμπψου
(εσείς) εκπεμφθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εκπέμποντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εκπέμπψει
Απαρέμφατο
εκπέμπψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εκπεμφθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.