Κλίση του ρήματος εκλύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εκλύω
to release, to discharge (:energy or matter)
Πλήρης κλίση του ρήματος εκλύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκλύω
εσύ εκλύεις
αυτός/αυτή/αυτό εκλύει
εμείς εκλύουμε
εσείς εκλύετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκλύουν / εκλύουνε

Παρατατικός

εγώ εξέλυα
εσύ εξέλυες
αυτός/αυτή/αυτό εξέλυε
εμείς εκλύαμε
εσείς εκλύατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέλυαν / εκλύαν / εκλύανε

Αόριστος

εγώ εξέλυσα
εσύ εξέλυσες
αυτός/αυτή/αυτό εξέλυσε
εμείς εκλύσαμε
εσείς εκλύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέλυσαν / εκλύσαν / εκλύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκλύω
εσύ θα εκλύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκλύει
εμείς θα εκλύουμε
εσείς θα εκλύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκλύουν / θα εκλύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκλύσω
εσύ θα εκλύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκλύσει
εμείς θα εκλύσουμε
εσείς θα εκλύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκλύσουν / θα εκλύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκλύσω
εσύ να εκλύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκλύσει
εμείς να εκλύσουμε
εσείς να εκλύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκλύσουν / εκλύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκλύσει
εσύ έχεις εκλύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκλύσει
εμείς έχουμε εκλύσει
εσείς έχετε εκλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκλύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκλύσει
εσύ είχες εκλύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκλύσει
εμείς είχαμε εκλύσει
εσείς είχατε εκλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκλύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκλύσει
εσύ θα έχεις εκλύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκλύσει
εμείς θα έχουμε εκλύσει
εσείς θα έχετε εκλύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκλύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) έκλυε
(εσείς) εκλύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) έκλυσε
(εσείς) εκλύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκλύομαι
εσύ εκλύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκλύεται
εμείς εκλυόμαστε
εσείς εκλύεστε / εκλυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκλύονται

Παρατατικός

εγώ εκλυόμουν / εκλυόμουνα
εσύ εκλυόσουν / εκλυόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκλυόταν / εκλυότανε
εμείς εκλυόμασταν / εκλυόμαστε
εσείς εκλυόσασταν / εκλυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκλύονταν / εκλυόντουσαν

Αόριστος

εγώ εκλύθηκα
εσύ εκλύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκλύθηκε
εμείς εκλυθήκαμε
εσείς εκλυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκλύθηκαν / εκλυθήκαν / εκλυθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκλύομαι
εσύ θα εκλύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκλύεται
εμείς θα εκλυόμαστε
εσείς θα εκλύεστε / θα εκλυόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκλύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκλυθώ
εσύ θα εκλυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκλυθεί
εμείς θα εκλυθούμε
εσείς θα εκλυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκλυθούν / θα εκλυθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκλυθώ
εσύ να εκλυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκλυθεί
εμείς να εκλυθούμε
εσείς να εκλυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκλυθούν / εκλυθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκλυθεί
εσύ έχεις εκλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκλυθεί
εμείς έχουμε εκλυθεί
εσείς έχετε εκλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκλυθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκλυθεί
εσύ είχες εκλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκλυθεί
εμείς είχαμε εκλυθεί
εσείς είχατε εκλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκλυθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκλυθεί
εσύ θα έχεις εκλυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκλυθεί
εμείς θα έχουμε εκλυθεί
εσείς θα έχετε εκλυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκλυθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εκλύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκλύσου
(εσείς) εκλυθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εκλύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εκλύσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

εκλυόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

εκλυμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εκλύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εκλυθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.