to vanish, become extinct
Πλήρης κλίση του ρήματος εκλείπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκλείπω
εσύ εκλείπεις
αυτός/αυτή/αυτό εκλείπει
εμείς εκλείπουμε
εσείς εκλείπετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκλείπουν / εκλείπουνε
Παρατατικός
εγώ εξέλειπα
εσύ εξέλειπες
αυτός/αυτή/αυτό εξέλειπε
εμείς εκλείπαμε
εσείς εκλείπατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέλειπαν / εκλείπαν / εκλείπανε
Αόριστος
εγώ εξέλειψα
εσύ εξέλειψες
αυτός/αυτή/αυτό εξέλειψε
εμείς εκλείψαμε
εσείς εκλείψατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέλειψαν / εκλείψαν / εκλείψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκλείπω
εσύ θα εκλείπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκλείπει
εμείς θα εκλείπουμε
εσείς θα εκλείπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκλείπουν / θα εκλείπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκλείψω
εσύ θα εκλείψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκλείψει
εμείς θα εκλείψουμε
εσείς θα εκλείψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκλείψουν / θα εκλείψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκλείψω
εσύ να εκλείψεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκλείψει
εμείς να εκλείψουμε
εσείς να εκλείψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκλείψουν / εκλείψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκλείψει
εσύ έχεις εκλείψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκλείψει
εμείς έχουμε εκλείψει
εσείς έχετε εκλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκλείψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκλείψει
εσύ είχες εκλείψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκλείψει
εμείς είχαμε εκλείψει
εσείς είχατε εκλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκλείψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκλείψει
εσύ θα έχεις εκλείψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκλείψει
εμείς θα έχουμε εκλείψει
εσείς θα έχετε εκλείψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκλείψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκλείπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έκλειψε
(εσείς) εκλείψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εκλείποντας / έχοντας εκλείψει
Απαρέμφατο
εκλείψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.