to knock out
Πλήρης κλίση του ρήματος εκκρούω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκκρούω
εσύ εκκρούεις
αυτός/αυτή/αυτό εκκρούει
εμείς εκκρούουμε
εσείς εκκρούετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκρούουν / εκκρούουνε
Παρατατικός
εγώ εξέκρουα
εσύ εξέκρουες
αυτός/αυτή/αυτό εξέκρουε
εμείς εκκρούαμε
εσείς εκκρούατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέκρουαν / εκκρούαν / εκκρούανε
Αόριστος
εγώ εξέκρουσα
εσύ εξέκρουσες
αυτός/αυτή/αυτό εξέκρουσε
εμείς εκκρούσαμε
εσείς εκκρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέκρουσαν / εκκρούσαν / εκκρούσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκκρούω
εσύ θα εκκρούεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκκρούει
εμείς θα εκκρούουμε
εσείς θα εκκρούετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκκρούουν / θα εκκρούουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκκρούσω
εσύ θα εκκρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκκρούσει
εμείς θα εκκρούσουμε
εσείς θα εκκρούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκκρούσουν / θα εκκρούσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκκρούσω
εσύ να εκκρούσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκκρούσει
εμείς να εκκρούσουμε
εσείς να εκκρούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκκρούσουν / εκκρούσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκκρούσει
εσύ έχεις εκκρούσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκκρούσει
εμείς έχουμε εκκρούσει
εσείς έχετε εκκρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκκρούσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκκρούσει
εσύ είχες εκκρούσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκκρούσει
εμείς είχαμε εκκρούσει
εσείς είχατε εκκρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκκρούσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκκρούσει
εσύ θα έχεις εκκρούσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκκρούσει
εμείς θα έχουμε εκκρούσει
εσείς θα έχετε εκκρούσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκκρούσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) έκκρουε
(εσείς) εκκρούετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έκκρουσε
(εσείς) εκκρούστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκκρούομαι
εσύ εκκρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκκρούεται
εμείς εκκρουόμαστε
εσείς εκκρούεστε / εκκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκρούονται
Παρατατικός
εγώ εκκρουόμουν / εκκρουόμουνα
εσύ εκκρουόσουν / εκκρουόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκκρουόταν / εκκρουότανε
εμείς εκκρουόμασταν / εκκρουόμαστε
εσείς εκκρουόσασταν / εκκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκρούονταν / εκκρουόντουσαν
Αόριστος
εγώ εκκρούσθηκα
εσύ εκκρούσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκκρούσθηκε
εμείς εκκρουσθήκαμε
εσείς εκκρουσθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκρούσθηκαν / εκκρουσθήκαν / εκκρουσθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκκρούομαι
εσύ θα εκκρούεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκκρούεται
εμείς θα εκκρουόμαστε
εσείς θα εκκρούεστε / θα εκκρουόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκκρούονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκκρουσθώ
εσύ θα εκκρουσθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκκρουσθεί
εμείς θα εκκρουσθούμε
εσείς θα εκκρουσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκκρουσθούν / θα εκκρουσθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκκρουσθώ
εσύ να εκκρουσθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκκρουσθεί
εμείς να εκκρουσθούμε
εσείς να εκκρουσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκκρουσθούν / εκκρουσθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκκρουσθεί
εσύ έχεις εκκρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκκρουσθεί
εμείς έχουμε εκκρουσθεί
εσείς έχετε εκκρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκκρουσθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκκρουσθεί
εσύ είχες εκκρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκκρουσθεί
εμείς είχαμε εκκρουσθεί
εσείς είχατε εκκρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκκρουσθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκκρουσθεί
εσύ θα έχεις εκκρουσθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκκρουσθεί
εμείς θα έχουμε εκκρουσθεί
εσείς θα έχετε εκκρουσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκκρουσθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκκρούεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκκρούσου
(εσείς) εκκρουσθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εκκρούοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εκκρούσει
Απαρέμφατο
εκκρούσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εκκρουσθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.