to be a churchgoer (in general), attend mass (one instance)
Πλήρης κλίση του ρήματος εκκλησιάζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκκλησιάζομαι
εσύ εκκλησιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκκλησιάζεται
εμείς εκκλησιαζόμαστε
εσείς εκκλησιάζεστε / εκκλησιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκλησιάζονται
Παρατατικός
εγώ εκκλησιαζόμουν / εκκλησιαζόμουνα
εσύ εκκλησιαζόσουν / εκκλησιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκκλησιαζόταν / εκκλησιαζότανε
εμείς εκκλησιαζόμασταν / εκκλησιαζόμαστε
εσείς εκκλησιαζόσασταν / εκκλησιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκλησιάζονταν / εκκλησιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ εκκλησιάστηκα
εσύ εκκλησιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκκλησιάστηκε
εμείς εκκλησιαστήκαμε
εσείς εκκλησιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκλησιάστηκαν / εκκλησιαστήκαν / εκκλησιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκκλησιάζομαι
εσύ θα εκκλησιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκκλησιάζεται
εμείς θα εκκλησιαζόμαστε
εσείς θα εκκλησιάζεστε / θα εκκλησιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκκλησιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκκλησιαστώ
εσύ θα εκκλησιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκκλησιαστεί
εμείς θα εκκλησιαστούμε
εσείς θα εκκλησιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκκλησιαστούν / θα εκκλησιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκκλησιαστώ
εσύ να εκκλησιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκκλησιαστεί
εμείς να εκκλησιαστούμε
εσείς να εκκλησιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκκλησιαστούν / εκκλησιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκκλησιαστεί
εσύ έχεις εκκλησιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκκλησιαστεί
εμείς έχουμε εκκλησιαστεί
εσείς έχετε εκκλησιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκκλησιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκκλησιαστεί
εσύ είχες εκκλησιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκκλησιαστεί
εμείς είχαμε εκκλησιαστεί
εσείς είχατε εκκλησιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκκλησιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκκλησιαστεί
εσύ θα έχεις εκκλησιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκκλησιαστεί
εμείς θα έχουμε εκκλησιαστεί
εσείς θα έχετε εκκλησιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκκλησιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκκλησιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκκλησιάσου
(εσείς) εκκλησιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
εκκλησιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.