Κλίση του ρήματος εκκενώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εκκενώνω
to empty
Πλήρης κλίση του ρήματος εκκενώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκκενώνω
εσύ εκκενώνεις
αυτός/αυτή/αυτό εκκενώνει
εμείς εκκενώνουμε
εσείς εκκενώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκενώνουν / εκκενώνουνε

Παρατατικός

εγώ εκκένωνα
εσύ εκκένωνες
αυτός/αυτή/αυτό εκκένωνε
εμείς εκκενώναμε
εσείς εκκενώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκένωναν / εκκενώναν / εκκενώνανε

Αόριστος

εγώ εκκένωσα
εσύ εκκένωσες
αυτός/αυτή/αυτό εκκένωσε
εμείς εκκενώσαμε
εσείς εκκενώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκένωσαν / εκκενώσαν / εκκενώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκκενώνω
εσύ θα εκκενώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκκενώνει
εμείς θα εκκενώνουμε
εσείς θα εκκενώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκκενώνουν / θα εκκενώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκκενώσω
εσύ θα εκκενώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκκενώσει
εμείς θα εκκενώσουμε
εσείς θα εκκενώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκκενώσουν / θα εκκενώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκκενώσω
εσύ να εκκενώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκκενώσει
εμείς να εκκενώσουμε
εσείς να εκκενώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκκενώσουν / εκκενώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκκενώσει
εσύ έχεις εκκενώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκκενώσει
εμείς έχουμε εκκενώσει
εσείς έχετε εκκενώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκκενώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκκενώσει
εσύ είχες εκκενώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκκενώσει
εμείς είχαμε εκκενώσει
εσείς είχατε εκκενώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκκενώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκκενώσει
εσύ θα έχεις εκκενώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκκενώσει
εμείς θα έχουμε εκκενώσει
εσείς θα έχετε εκκενώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκκενώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) εκκένωνε
(εσείς) εκκενώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκκένωσε
(εσείς) εκκενώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκκενώνομαι
εσύ εκκενώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκκενώνεται
εμείς εκκενωνόμαστε
εσείς εκκενώνεστε / εκκενωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκενώνονται

Παρατατικός

εγώ εκκενωνόμουν / εκκενωνόμουνα
εσύ εκκενωνόσουν / εκκενωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκκενωνόταν / εκκενωνότανε
εμείς εκκενωνόμασταν / εκκενωνόμαστε
εσείς εκκενωνόσασταν / εκκενωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκενώνονταν / εκκενωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ εκκενώθηκα
εσύ εκκενώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκκενώθηκε
εμείς εκκενωθήκαμε
εσείς εκκενωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκκενώθηκαν / εκκενωθήκαν / εκκενωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκκενώνομαι
εσύ θα εκκενώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκκενώνεται
εμείς θα εκκενωνόμαστε
εσείς θα εκκενώνεστε / θα εκκενωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκκενώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκκενωθώ
εσύ θα εκκενωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκκενωθεί
εμείς θα εκκενωθούμε
εσείς θα εκκενωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκκενωθούν / θα εκκενωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκκενωθώ
εσύ να εκκενωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκκενωθεί
εμείς να εκκενωθούμε
εσείς να εκκενωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκκενωθούν / εκκενωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκκενωθεί
εσύ έχεις εκκενωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκκενωθεί
εμείς έχουμε εκκενωθεί
εσείς έχετε εκκενωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκκενωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκκενωθεί
εσύ είχες εκκενωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκκενωθεί
εμείς είχαμε εκκενωθεί
εσείς είχατε εκκενωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκκενωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκκενωθεί
εσύ θα έχεις εκκενωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκκενωθεί
εμείς θα έχουμε εκκενωθεί
εσείς θα έχετε εκκενωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκκενωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εκκενώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκκενώσου
(εσείς) εκκενωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εκκενώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εκκενώσει

Μετοχή παρακειμένου

εκκενωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εκκενώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εκκενωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.