Κλίση του ρήματος εκδικούμαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εκδικούμαι
to avenge oneself, to revenge oneself, to take revenge (on) (take retaliatory action against)
Πλήρης κλίση του ρήματος εκδικούμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εκδικούμαι
εσύ εκδικείσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκδικείται
εμείς εκδικούμαστε / εκδικούμεθα
εσείς εκδικείστε / εκδικείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά εκδικούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό εκδικούνταν / εκδικείτο
εμείς εκδικούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκδικούνταν / εκδικούντο

Αόριστος

εγώ εκδικήθηκα
εσύ εκδικήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκδικήθηκε
εμείς εκδικηθήκαμε
εσείς εκδικηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκδικήθηκαν / εκδικηθήκαν / εκδικηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εκδικούμαι
εσύ θα εκδικείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκδικείται
εμείς θα εκδικούμαστε / θα εκδικούμεθα
εσείς θα εκδικείστε / θα εκδικείσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκδικούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εκδικηθώ
εσύ θα εκδικηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκδικηθεί
εμείς θα εκδικηθούμε
εσείς θα εκδικηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκδικηθούν / θα εκδικηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εκδικηθώ
εσύ να εκδικηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκδικηθεί
εμείς να εκδικηθούμε
εσείς να εκδικηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκδικηθούν / εκδικηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εκδικηθεί
εσύ έχεις εκδικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκδικηθεί
εμείς έχουμε εκδικηθεί
εσείς έχετε εκδικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκδικηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εκδικηθεί
εσύ είχες εκδικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκδικηθεί
εμείς είχαμε εκδικηθεί
εσείς είχατε εκδικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκδικηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εκδικηθεί
εσύ θα έχεις εκδικηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκδικηθεί
εμείς θα έχουμε εκδικηθεί
εσείς θα έχετε εκδικηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκδικηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εκδικείστε / εκδικείσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εκδικήσου
(εσείς) εκδικηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

εκδικούμενος, -η, -ο / εκδικημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

εκδικηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.