to publish, issue
Πλήρης κλίση του ρήματος εκδίδω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκδίδω
εσύ εκδίδεις
αυτός/αυτή/αυτό εκδίδει
εμείς εκδίδουμε
εσείς εκδίδετε
αυτοί/αυτές/αυτά εκδίδουν / εκδίδουνε
Παρατατικός
εγώ εξέδιδα
εσύ εξέδιδες
αυτός/αυτή/αυτό εξέδιδε
εμείς εκδίδαμε
εσείς εκδίδατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέδιδαν / εκδίδαν / εκδίδανε
Αόριστος
εγώ εξέδωσα
εσύ εξέδωσες
αυτός/αυτή/αυτό εξέδωσε
εμείς εκδώσαμε
εσείς εκδώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εξέδωσαν / εκδώσαν / εκδώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκδίδω
εσύ θα εκδίδεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκδίδει
εμείς θα εκδίδουμε
εσείς θα εκδίδετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκδίδουν / θα εκδίδουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκδώσω
εσύ θα εκδώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εκδώσει
εμείς θα εκδώσουμε
εσείς θα εκδώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκδώσουν / θα εκδώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκδώσω
εσύ να εκδώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εκδώσει
εμείς να εκδώσουμε
εσείς να εκδώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκδώσουν / εκδώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκδώσει
εσύ έχεις εκδώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκδώσει
εμείς έχουμε εκδώσει
εσείς έχετε εκδώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκδώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκδώσει
εσύ είχες εκδώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκδώσει
εμείς είχαμε εκδώσει
εσείς είχατε εκδώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκδώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκδώσει
εσύ θα έχεις εκδώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκδώσει
εμείς θα έχουμε εκδώσει
εσείς θα έχετε εκδώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκδώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) έκδιδε
(εσείς) εκδίδετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έκδωσε
(εσείς) εκδώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εκδίδομαι
εσύ εκδίδεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εκδίδεται
εμείς εκδιδόμαστε
εσείς εκδίδεστε / εκδιδόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκδίδονται
Παρατατικός
εγώ εκδιδόμουν / εκδιδόμουνα
εσύ εκδιδόσουν / εκδιδόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εκδιδόταν / εκδιδότανε
εμείς εκδιδόμασταν / εκδιδόμαστε
εσείς εκδιδόσασταν / εκδιδόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εκδίδονταν / εκδιδόντουσαν
Αόριστος
εγώ εκδόθηκα
εσύ εκδόθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εκδόθηκε
εμείς εκδοθήκαμε
εσείς εκδοθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εκδόθηκαν / εκδοθήκαν / εκδοθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εκδίδομαι
εσύ θα εκδίδεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εκδίδεται
εμείς θα εκδιδόμαστε
εσείς θα εκδίδεστε / θα εκδιδόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκδίδονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εκδοθώ
εσύ θα εκδοθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εκδοθεί
εμείς θα εκδοθούμε
εσείς θα εκδοθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εκδοθούν / θα εκδοθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εκδοθώ
εσύ να εκδοθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εκδοθεί
εμείς να εκδοθούμε
εσείς να εκδοθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εκδοθούν / εκδοθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εκδοθεί
εσύ έχεις εκδοθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εκδοθεί
εμείς έχουμε εκδοθεί
εσείς έχετε εκδοθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εκδοθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εκδοθεί
εσύ είχες εκδοθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εκδοθεί
εμείς είχαμε εκδοθεί
εσείς είχατε εκδοθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εκδοθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εκδοθεί
εσύ θα έχεις εκδοθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εκδοθεί
εμείς θα έχουμε εκδοθεί
εσείς θα έχετε εκδοθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εκδοθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εκδίδεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εκδώσου
(εσείς) εκδοθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εκδίδοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εκδώσει
Μετοχή παρακειμένου
εκδομένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εκδώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εκδοθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.