Κλίση του ρήματος εισπνέω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εισπνέω
to breathe in, inhale
Πλήρης κλίση του ρήματος εισπνέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εισπνέω
εσύ εισπνέεις
αυτός/αυτή/αυτό εισπνέει
εμείς εισπνέουμε
εσείς εισπνέετε
αυτοί/αυτές/αυτά εισπνέουν / εισπνέουνε

Παρατατικός

εγώ εισέπνεα
εσύ εισέπνεες
αυτός/αυτή/αυτό εισέπνεε
εμείς εισπνέαμε
εσείς εισπνέατε
αυτοί/αυτές/αυτά εισέπνεαν / εισπνέαν / εισπνέανε

Αόριστος

εγώ εισέπνευσα
εσύ εισέπνευσες
αυτός/αυτή/αυτό εισέπνευσε
εμείς εισπνεύσαμε
εσείς εισπνεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εισέπνευσαν / εισπνεύσαν / εισπνεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εισπνέω
εσύ θα εισπνέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εισπνέει
εμείς θα εισπνέουμε
εσείς θα εισπνέετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εισπνέουν / θα εισπνέουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εισπνεύσω
εσύ θα εισπνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εισπνεύσει
εμείς θα εισπνεύσουμε
εσείς θα εισπνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εισπνεύσουν / θα εισπνεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εισπνεύσω
εσύ να εισπνεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εισπνεύσει
εμείς να εισπνεύσουμε
εσείς να εισπνεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εισπνεύσουν / εισπνεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εισπνεύσει
εσύ έχεις εισπνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εισπνεύσει
εμείς έχουμε εισπνεύσει
εσείς έχετε εισπνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εισπνεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εισπνεύσει
εσύ είχες εισπνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εισπνεύσει
εμείς είχαμε εισπνεύσει
εσείς είχατε εισπνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εισπνεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εισπνεύσει
εσύ θα έχεις εισπνεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εισπνεύσει
εμείς θα έχουμε εισπνεύσει
εσείς θα έχετε εισπνεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εισπνεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) είσπνεε
(εσείς) εισπνέετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) είσπνευσε
(εσείς) εισπνεύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εισπνέομαι
εσύ εισπνέεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εισπνέεται
εμείς εισπνεόμαστε
εσείς εισπνέεστε / εισπνεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εισπνέονται

Παρατατικός

εγώ εισπνεόμουν / εισπνεόμουνα
εσύ εισπνεόσουν / εισπνεόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εισπνεόταν / εισπνεότανε
εμείς εισπνεόμασταν / εισπνεόμαστε
εσείς εισπνεόσασταν / εισπνεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εισπνέονταν / εισπνεόντουσαν

Αόριστος

εγώ εισπνεύστηκα / εισπνεύσθηκα
εσύ εισπνεύστηκες / εισπνεύσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εισπνεύστηκε / εισπνεύσθηκε
εμείς εισπνευστήκαμε / εισπνευσθήκαμε
εσείς εισπνευστήκατε / εισπνευσθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εισπνεύστηκαν / εισπνευστήκαν / εισπνευστήκανε / εισπνεύσθηκαν / εισπνευσθήκαν / εισπνευσθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εισπνέομαι
εσύ θα εισπνέεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εισπνέεται
εμείς θα εισπνεόμαστε
εσείς θα εισπνέεστε / θα εισπνεόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εισπνέονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εισπνευστώ / θα εισπνευσθώ
εσύ θα εισπνευστείς / θα εισπνευσθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εισπνευστεί / θα εισπνευσθεί
εμείς θα εισπνευστούμε / θα εισπνευσθούμε
εσείς θα εισπνευστείτε / θα εισπνευσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εισπνευστούν / θα εισπνευστούνε / θα εισπνευσθούν / θα εισπνευσθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εισπνευστώ / εισπνευσθώ
εσύ να εισπνευστείς / εισπνευσθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εισπνευστεί / εισπνευσθεί
εμείς να εισπνευστούμε / εισπνευσθούμε
εσείς να εισπνευστείτε / εισπνευσθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εισπνευστούν / εισπνευστούνε / εισπνευσθούν / εισπνευσθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εισπνευστεί / εισπνευσθεί
εσύ έχεις εισπνευστεί / εισπνευσθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εισπνευστεί / εισπνευσθεί
εμείς έχουμε εισπνευστεί / εισπνευσθεί
εσείς έχετε εισπνευστεί / εισπνευσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εισπνευστεί / εισπνευσθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εισπνευστεί / εισπνευσθεί
εσύ είχες εισπνευστεί / εισπνευσθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εισπνευστεί / εισπνευσθεί
εμείς είχαμε εισπνευστεί / εισπνευσθεί
εσείς είχατε εισπνευστεί / εισπνευσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εισπνευστεί / εισπνευσθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εισπνευστεί / εισπνευσθεί
εσύ θα έχεις εισπνευστεί / εισπνευσθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εισπνευστεί / εισπνευσθεί
εμείς θα έχουμε εισπνευστεί / εισπνευσθεί
εσείς θα έχετε εισπνευστεί / εισπνευσθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εισπνευστεί / εισπνευσθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εισπνέεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εισπνεύσου
(εσείς) εισπνευστείτε / εισπνευσθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εισπνέοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εισπνεύσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

εισπνεόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο

εισπνεύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εισπνευστεί / εισπνευσθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.