to enter port or bay (of ships)
Πλήρης κλίση του ρήματος εισπλέω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εισπλέω
εσύ εισπλέεις
αυτός/αυτή/αυτό εισπλέει
εμείς εισπλέουμε
εσείς εισπλέετε
Παρατατικός
εγώ εισέπλεα
εσύ εισέπλεες
αυτός/αυτή/αυτό εισέπλεε
εμείς εισπλέαμε
εσείς εισπλέατε
αυτοί/αυτές/αυτά εισέπλεαν
Αόριστος
εγώ εισέπλευσα
εσύ εισέπλευσες
αυτός/αυτή/αυτό εισέπλευσε
εμείς εισπλεύσαμε
εσείς εισπλεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά εισέπλευσαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εισπλέω
εσύ θα εισπλέεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εισπλέει
εμείς θα εισπλέουμε
εσείς θα εισπλέετε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισπλεύσω
εσύ θα εισπλεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εισπλεύσει
εμείς θα εισπλεύσουμε
εσείς θα εισπλεύσετε
Υποτακτική (να)
εγώ να εισπλεύσω
εσύ να εισπλεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εισπλεύσει
εμείς να εισπλεύσουμε
εσείς να εισπλεύσετε
Παρακείμενος
εγώ έχω εισπλεύσει
εσύ έχεις εισπλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εισπλεύσει
εμείς έχουμε εισπλεύσει
εσείς έχετε εισπλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εισπλεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εισπλεύσει
εσύ είχες εισπλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εισπλεύσει
εμείς είχαμε εισπλεύσει
εσείς είχατε εισπλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εισπλεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εισπλεύσει
εσύ θα έχεις εισπλεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εισπλεύσει
εμείς θα έχουμε εισπλεύσει
εσείς θα έχετε εισπλεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εισπλεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εισπλέετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) είσπλευσε
(εσείς) εισπλεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εισπλέοντας / έχοντας εισπλεύσει
Απαρέμφατο
εισπλεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.