to enter, to make one's entrance
Πλήρης κλίση του ρήματος εισέρχομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εισέρχομαι
εσύ εισέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εισέρχεται
εμείς εισερχόμαστε
εσείς εισέρχεστε / εισέρχεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά εισέρχονται
Παρατατικός
εμείς εισερχόμασταν / -όμαστε
εσείς εισερχόσασταν / -όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εισέρχονταν
Αόριστος
εγώ εισήλθα
εσύ εισήλθες
αυτός/αυτή/αυτό εισήλθε
εμείς εισήλθαμε
εσείς εισήλθατε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εισέρχομαι
εσύ θα εισέρχεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εισέρχεται
εμείς θα εισερχόμαστε
εσείς θα εισέρχεστε / θα εισέρχεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εισέρχονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισέλθω
εσύ θα εισέλθεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εισέλθει
εμείς θα εισέλθουμε
εσείς θα εισέλθετε
Υποτακτική (να)
εγώ να εισέλθω
εσύ να εισέλθεις
αυτός/αυτή/αυτό να εισέλθει
εμείς να εισέλθουμε
εσείς να εισέλθετε
Παρακείμενος
εγώ έχω εισέλθει
εσύ έχεις εισέλθει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εισέλθει
εμείς έχουμε εισέλθει
εσείς έχετε εισέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εισέλθει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εισέλθει
εσύ είχες εισέλθει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εισέλθει
εμείς είχαμε εισέλθει
εσείς είχατε εισέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εισέλθει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εισέλθει
εσύ θα έχεις εισέλθει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εισέλθει
εμείς θα έχουμε εισέλθει
εσείς θα έχετε εισέλθει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εισέλθει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εισέρχεστε / εισέρχεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) εισέλθετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εισερχόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
εισέλθει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.