to import (goods from abroad)
Πλήρης κλίση του ρήματος εισάγω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εισάγω
εσύ εισάγεις
αυτός/αυτή/αυτό εισάγει
εμείς εισάγουμε
εσείς εισάγετε
αυτοί/αυτές/αυτά εισάγουν / εισάγουνε
Παρατατικός
εγώ εισήγα
εσύ εισήγες
αυτός/αυτή/αυτό εισήγε
εμείς εισάγαμε / εισήγαμε
εσείς εισάγατε / εισήγατε
αυτοί/αυτές/αυτά εισάγαν / εισάγανε / εισήγαν
Αόριστος
εγώ εισήγαγα
εσύ εισήγαγες
αυτός/αυτή/αυτό εισήγαγε
εμείς εισαγάγαμε
εσείς εισαγάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά εισήγαγαν / εισαγάγαν / εισαγάγανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εισάγω
εσύ θα εισάγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εισάγει
εμείς θα εισάγουμε
εσείς θα εισάγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εισάγουν / θα εισάγουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισαγάγω
εσύ θα εισαγάγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εισαγάγει
εμείς θα εισαγάγουμε
εσείς θα εισαγάγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εισαγάγουν / θα εισαγάγουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εισαγάγω
εσύ να εισαγάγεις
αυτός/αυτή/αυτό να εισαγάγει
εμείς να εισαγάγουμε
εσείς να εισαγάγετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εισαγάγουν / εισαγάγουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εισαγάγει
εσύ έχεις εισαγάγει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εισαγάγει
εμείς έχουμε εισαγάγει
εσείς έχετε εισαγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εισαγάγει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εισαγάγει
εσύ είχες εισαγάγει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εισαγάγει
εμείς είχαμε εισαγάγει
εσείς είχατε εισαγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εισαγάγει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εισαγάγει
εσύ θα έχεις εισαγάγει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εισαγάγει
εμείς θα έχουμε εισαγάγει
εσείς θα έχετε εισαγάγει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εισαγάγει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εισάγετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) εισαγάγετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εισάγομαι
εσύ εισάγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εισάγεται
εμείς εισαγόμαστε
εσείς εισάγεστε / εισάγεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά εισάγονται
Παρατατικός
εγώ εισαγόμουν / εισαγόμουνα
εσύ εισαγόσουν / εισαγόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εισαγόταν / εισαγότανε
εμείς εισαγόμασταν / εισαγόμαστε
εσείς εισαγόσασταν / εισαγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εισάγονταν / εισαγόντουσαν
Αόριστος
εγώ εισάχθηκα
εσύ εισάχθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εισάχθηκε / εισήχθη
εμείς εισαχθήκαμε
εσείς εισαχθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εισάχθηκαν / εισαχθήκαν / εισαχθήκανε / εισήχθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εισάγομαι
εσύ θα εισάγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εισάγεται
εμείς θα εισαγόμαστε
εσείς θα εισάγεστε / θα εισάγεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εισάγονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εισαχθώ
εσύ θα εισαχθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εισαχθεί
εμείς θα εισαχθούμε
εσείς θα εισαχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εισαχθούν / θα εισαχθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εισαχθώ
εσύ να εισαχθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εισαχθεί
εμείς να εισαχθούμε
εσείς να εισαχθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εισαχθούν / εισαχθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εισαχθεί
εσύ έχεις εισαχθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εισαχθεί
εμείς έχουμε εισαχθεί
εσείς έχετε εισαχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εισαχθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εισαχθεί
εσύ είχες εισαχθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εισαχθεί
εμείς είχαμε εισαχθεί
εσείς είχατε εισαχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εισαχθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εισαχθεί
εσύ θα έχεις εισαχθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εισαχθεί
εμείς θα έχουμε εισαχθεί
εσείς θα έχετε εισαχθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εισαχθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εισάγεστε / εισάγεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) εισαχθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εισάγοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εισαγάγει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εισαγόμενος, -η, -o
Μετοχή παρακειμένου
εισηγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εισαγάγει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εισαχθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.