to suppose, to guess, to conclude
Πλήρης κλίση του ρήματος εικάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εικάζω
εσύ εικάζεις
αυτός/αυτή/αυτό εικάζει
εμείς εικάζουμε
εσείς εικάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εικάζουν / εικάζουνε
Παρατατικός
εγώ είκαζα
εσύ είκαζες
αυτός/αυτή/αυτό είκαζε
εμείς εικάζαμε
εσείς εικάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά είκαζαν / εικάζαν / εικάζανε
Αόριστος
εγώ είκασα
εσύ είκασες
αυτός/αυτή/αυτό είκασε
εμείς εικάσαμε
εσείς εικάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά είκασαν / εικάσαν / εικάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εικάζω
εσύ θα εικάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εικάζει
εμείς θα εικάζουμε
εσείς θα εικάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εικάζουν / θα εικάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εικάσω
εσύ θα εικάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εικάσει
εμείς θα εικάσουμε
εσείς θα εικάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εικάσουν / θα εικάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εικάσω
εσύ να εικάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εικάσει
εμείς να εικάσουμε
εσείς να εικάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εικάσουν / εικάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εικάσει
εσύ έχεις εικάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εικάσει
εμείς έχουμε εικάσει
εσείς έχετε εικάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εικάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εικάσει
εσύ είχες εικάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εικάσει
εμείς είχαμε εικάσει
εσείς είχατε εικάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εικάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εικάσει
εσύ θα έχεις εικάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εικάσει
εμείς θα έχουμε εικάσει
εσείς θα έχετε εικάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εικάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) είκαζε
(εσείς) εικάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) είκασε
(εσείς) εικάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εικάζοντας / έχοντας εικάσει
Απαρέμφατο
εικάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.