to addict, cause addiction, make someone addicted to something
Πλήρης κλίση του ρήματος εθίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εθίζω
εσύ εθίζεις
αυτός/αυτή/αυτό εθίζει
εμείς εθίζουμε
εσείς εθίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά εθίζουν / εθίζουνε
Παρατατικός
εγώ έθιζα
εσύ έθιζες
αυτός/αυτή/αυτό έθιζε
εμείς εθίζαμε
εσείς εθίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έθιζαν / εθίζαν / εθίζανε
Αόριστος
εγώ έθισα
εσύ έθισες
αυτός/αυτή/αυτό έθισε
εμείς εθίσαμε
εσείς εθίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έθισαν / εθίσαν / εθίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εθίζω
εσύ θα εθίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εθίζει
εμείς θα εθίζουμε
εσείς θα εθίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εθίζουν / θα εθίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εθίσω
εσύ θα εθίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εθίσει
εμείς θα εθίσουμε
εσείς θα εθίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εθίσουν / θα εθίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εθίσω
εσύ να εθίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εθίσει
εμείς να εθίσουμε
εσείς να εθίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εθίσουν / εθίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εθίσει
εσύ έχεις εθίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εθίσει
εμείς έχουμε εθίσει
εσείς έχετε εθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εθίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εθίσει
εσύ είχες εθίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εθίσει
εμείς είχαμε εθίσει
εσείς είχατε εθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εθίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εθίσει
εσύ θα έχεις εθίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εθίσει
εμείς θα έχουμε εθίσει
εσείς θα έχετε εθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εθίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) έθιζε
(εσείς) εθίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έθισε
(εσείς) εθίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εθίζομαι
εσύ εθίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εθίζεται
εμείς εθιζόμαστε
εσείς εθίζεστε / εθιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εθίζονται
Παρατατικός
εγώ εθιζόμουν / εθιζόμουνα
εσύ εθιζόσουν / εθιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εθιζόταν / εθιζότανε
εμείς εθιζόμασταν / εθιζόμαστε
εσείς εθιζόσασταν / εθιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εθίζονταν / εθιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ εθίστηκα
εσύ εθίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό εθίστηκε
εμείς εθιστήκαμε
εσείς εθιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εθίστηκαν / εθιστήκαν / εθιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εθίζομαι
εσύ θα εθίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εθίζεται
εμείς θα εθιζόμαστε
εσείς θα εθίζεστε / θα εθιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εθίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εθιστώ
εσύ θα εθιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εθιστεί
εμείς θα εθιστούμε
εσείς θα εθιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εθιστούν / θα εθιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εθιστώ
εσύ να εθιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να εθιστεί
εμείς να εθιστούμε
εσείς να εθιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εθιστούν / εθιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εθιστεί
εσύ έχεις εθιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εθιστεί
εμείς έχουμε εθιστεί
εσείς έχετε εθιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εθιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εθιστεί
εσύ είχες εθιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εθιστεί
εμείς είχαμε εθιστεί
εσείς είχατε εθιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εθιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εθιστεί
εσύ θα έχεις εθιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εθιστεί
εμείς θα έχουμε εθιστεί
εσείς θα έχετε εθιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εθιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εθίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εθίσου
(εσείς) εθιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εθίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εθίσει
Μετοχή παρακειμένου
εθισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εθίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εθιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.