to examine and study carefully, look into
Πλήρης κλίση του ρήματος εγκύπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εγκύπτω
εσύ εγκύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό εγκύπτει
εμείς εγκύπτουμε
εσείς εγκύπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκύπτουν / εγκύπτουνε
Παρατατικός
εγώ ενέκυπτα
εσύ ενέκυπτες
αυτός/αυτή/αυτό ενέκυπτε
εμείς εγκύπταμε
εσείς εγκύπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέκυπταν / εγκύπταν / εγκύπτανε
Αόριστος
εγώ ενέκυψα
εσύ ενέκυψες
αυτός/αυτή/αυτό ενέκυψε
εμείς εγκύψαμε
εσείς εγκύψατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέκυψαν / εγκύψαν / εγκύψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εγκύπτω
εσύ θα εγκύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκύπτει
εμείς θα εγκύπτουμε
εσείς θα εγκύπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκύπτουν / θα εγκύπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκύψω
εσύ θα εγκύψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκύψει
εμείς θα εγκύψουμε
εσείς θα εγκύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκύψουν / θα εγκύψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εγκύψω
εσύ να εγκύψεις
αυτός/αυτή/αυτό να εγκύψει
εμείς να εγκύψουμε
εσείς να εγκύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εγκύψουν / εγκύψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εγκύψει
εσύ έχεις εγκύψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εγκύψει
εμείς έχουμε εγκύψει
εσείς έχετε εγκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εγκύψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εγκύψει
εσύ είχες εγκύψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εγκύψει
εμείς είχαμε εγκύψει
εσείς είχατε εγκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εγκύψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εγκύψει
εσύ θα έχεις εγκύψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εγκύψει
εμείς θα έχουμε εγκύψει
εσείς θα έχετε εγκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εγκύψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) έγκυπτε
(εσείς) εγκύπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) έγκυψε
(εσείς) εγκύψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εγκύπτοντας / έχοντας εγκύψει
Απαρέμφατο
εγκύψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.