to approve, sanction, endorse, adopt
Πλήρης κλίση του ρήματος εγκρίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εγκρίνω
εσύ εγκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό εγκρίνει
εμείς εγκρίνουμε
εσείς εγκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκρίνουν / εγκρίνουνε
Παρατατικός
εγώ ενέκρινα
εσύ ενέκρινες
αυτός/αυτή/αυτό ενέκρινε
εμείς εγκρίναμε
εσείς εγκρίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέκριναν / εγκρίναν / εγκρίνανε
Αόριστος
εγώ ενέκρινα
εσύ ενέκρινες
αυτός/αυτή/αυτό ενέκρινε
εμείς εγκρίναμε
εσείς εγκρίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέκριναν / εγκρίναν / εγκρίνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εγκρίνω
εσύ θα εγκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκρίνει
εμείς θα εγκρίνουμε
εσείς θα εγκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκρίνουν / θα εγκρίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκρίνω
εσύ θα εγκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκρίνει
εμείς θα εγκρίνουμε
εσείς θα εγκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκρίνουν / θα εγκρίνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εγκρίνω
εσύ να εγκρίνεις
αυτός/αυτή/αυτό να εγκρίνει
εμείς να εγκρίνουμε
εσείς να εγκρίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εγκρίνουν / εγκρίνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εγκρίνει
εσύ έχεις εγκρίνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εγκρίνει
εμείς έχουμε εγκρίνει
εσείς έχετε εγκρίνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εγκρίνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εγκρίνει
εσύ είχες εγκρίνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εγκρίνει
εμείς είχαμε εγκρίνει
εσείς είχατε εγκρίνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εγκρίνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εγκρίνει
εσύ θα έχεις εγκρίνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εγκρίνει
εμείς θα έχουμε εγκρίνει
εσείς θα έχετε εγκρίνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εγκρίνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εγκρίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) εγκρίνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εγκρίνομαι
εσύ εγκρίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εγκρίνεται
εμείς εγκρινόμαστε
εσείς εγκρίνεστε / εγκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκρίνονται
Παρατατικός
εγώ εγκρινόμουν / εγκρινόμουνα
εσύ εγκρινόσουν / εγκρινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εγκρινόταν / εγκρινότανε
εμείς εγκρινόμασταν / εγκρινόμαστε
εσείς εγκρινόσασταν / εγκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκρίνονταν / εγκρινόντουσαν
Αόριστος
εγώ εγκρίθηκα
εσύ εγκρίθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εγκρίθηκε
εμείς εγκριθήκαμε
εσείς εγκριθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκρίθηκαν / εγκριθήκαν / εγκριθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εγκρίνομαι
εσύ θα εγκρίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκρίνεται
εμείς θα εγκρινόμαστε
εσείς θα εγκρίνεστε / θα εγκρινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκρίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκριθώ
εσύ θα εγκριθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκριθεί
εμείς θα εγκριθούμε
εσείς θα εγκριθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκριθούν / θα εγκριθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εγκριθώ
εσύ να εγκριθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εγκριθεί
εμείς να εγκριθούμε
εσείς να εγκριθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εγκριθούν / εγκριθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εγκριθεί
εσύ έχεις εγκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εγκριθεί
εμείς έχουμε εγκριθεί
εσείς έχετε εγκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εγκριθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εγκριθεί
εσύ είχες εγκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εγκριθεί
εμείς είχαμε εγκριθεί
εσείς είχατε εγκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εγκριθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εγκριθεί
εσύ θα έχεις εγκριθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εγκριθεί
εμείς θα έχουμε εγκριθεί
εσείς θα έχετε εγκριθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εγκριθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εγκρίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εγκρίνου
(εσείς) εγκριθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εγκρίνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εγκρίνει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εγκρινόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
εγκεκριμένος, -η, -ο / εγκριμένος
Απαρέμφατο
εγκρίνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εγκριθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.