to adopt, espouse (theories, ideals etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος εγκολπώνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εγκολπώνομαι
εσύ εγκολπώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εγκολπώνεται
εμείς εγκολπωνόμαστε
εσείς εγκολπώνεστε / εγκολπωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκολπώνονται
Παρατατικός
εγώ εγκολπωνόμουν / εγκολπωνόμουνα
εσύ εγκολπωνόσουν / εγκολπωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εγκολπωνόταν / εγκολπωνότανε
εμείς εγκολπωνόμασταν / εγκολπωνόμαστε
εσείς εγκολπωνόσασταν / εγκολπωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκολπώνονταν / εγκολπωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ εγκολπώθηκα
εσύ εγκολπώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εγκολπώθηκε
εμείς εγκολπωθήκαμε
εσείς εγκολπωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκολπώθηκαν / εγκολπωθήκαν / εγκολπωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εγκολπώνομαι
εσύ θα εγκολπώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκολπώνεται
εμείς θα εγκολπωνόμαστε
εσείς θα εγκολπώνεστε / θα εγκολπωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκολπώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκολπωθώ
εσύ θα εγκολπωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκολπωθεί
εμείς θα εγκολπωθούμε
εσείς θα εγκολπωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκολπωθούν / θα εγκολπωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εγκολπωθώ
εσύ να εγκολπωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εγκολπωθεί
εμείς να εγκολπωθούμε
εσείς να εγκολπωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εγκολπωθούν / εγκολπωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εγκολπωθεί
εσύ έχεις εγκολπωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εγκολπωθεί
εμείς έχουμε εγκολπωθεί
εσείς έχετε εγκολπωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εγκολπωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εγκολπωθεί
εσύ είχες εγκολπωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εγκολπωθεί
εμείς είχαμε εγκολπωθεί
εσείς είχατε εγκολπωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εγκολπωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εγκολπωθεί
εσύ θα έχεις εγκολπωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εγκολπωθεί
εμείς θα έχουμε εγκολπωθεί
εσείς θα έχετε εγκολπωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εγκολπωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εγκολπώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εγκολπώσου
(εσείς) εγκολπωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εγκολπωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
εγκολπωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.