to shut in
Πλήρης κλίση του ρήματος εγκλείω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εγκλείω
εσύ εγκλείεις
αυτός/αυτή/αυτό εγκλείει
εμείς εγκλείουμε
εσείς εγκλείετε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκλείουν / εγκλείουνε
Παρατατικός
εγώ ενέκλεια
εσύ ενέκλειες
αυτός/αυτή/αυτό ενέκλειε
εμείς εγκλείαμε
εσείς εγκλείατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέκλειαν / εγκλείαν / εγκλείανε
Αόριστος
εγώ ενέκλεισα
εσύ ενέκλεισες
αυτός/αυτή/αυτό ενέκλεισε
εμείς εγκλείσαμε
εσείς εγκλείσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ενέκλεισαν / εγκλείσαν / εγκλείσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εγκλείω
εσύ θα εγκλείεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκλείει
εμείς θα εγκλείουμε
εσείς θα εγκλείετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκλείουν / θα εγκλείουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκλείσω
εσύ θα εγκλείσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκλείσει
εμείς θα εγκλείσουμε
εσείς θα εγκλείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκλείσουν / θα εγκλείσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εγκλείσω
εσύ να εγκλείσεις
αυτός/αυτή/αυτό να εγκλείσει
εμείς να εγκλείσουμε
εσείς να εγκλείσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εγκλείσουν / εγκλείσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εγκλείσει
εσύ έχεις εγκλείσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εγκλείσει
εμείς έχουμε εγκλείσει
εσείς έχετε εγκλείσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εγκλείσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εγκλείσει
εσύ είχες εγκλείσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εγκλείσει
εμείς είχαμε εγκλείσει
εσείς είχατε εγκλείσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εγκλείσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εγκλείσει
εσύ θα έχεις εγκλείσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εγκλείσει
εμείς θα έχουμε εγκλείσει
εσείς θα έχετε εγκλείσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εγκλείσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εγκλείετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) εγκλείστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ εγκλείομαι
εσύ εγκλείεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εγκλείεται
εμείς εγκλειόμαστε
εσείς εγκλείεστε / εγκλειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκλείονται
Παρατατικός
εγώ εγκλειόμουν / εγκλειόμουνα
εσύ εγκλειόσουν / εγκλειόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εγκλειόταν / εγκλειότανε
εμείς εγκλειόμασταν / εγκλειόμαστε
εσείς εγκλειόσασταν / εγκλειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκλείονταν / εγκλειόντουσαν
Αόριστος
εγώ εγκλείστηκα / εγκλείσθηκα
εσύ εγκλείστηκες / εγκλείσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εγκλείστηκε / εγκλείσθηκε
εμείς εγκλειστήκαμε / εγκλεισθήκαμε
εσείς εγκλειστήκατε / εγκλεισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εγκλείστηκαν / εγκλειστήκαν / εγκλειστήκανε / εγκλείσθηκαν / εγκλεισθήκαν / εγκλεισθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα εγκλείομαι
εσύ θα εγκλείεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκλείεται
εμείς θα εγκλειόμαστε
εσείς θα εγκλείεστε / θα εγκλειόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκλείονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα εγκλειστώ / θα εγκλεισθώ
εσύ θα εγκλειστείς / θα εγκλεισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εγκλειστεί / θα εγκλεισθεί
εμείς θα εγκλειστούμε / θα εγκλεισθούμε
εσείς θα εγκλειστείτε / θα εγκλεισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγκλειστούν / θα εγκλειστούνε / θα εγκλεισθούν / θα εγκλεισθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να εγκλειστώ / εγκλεισθώ
εσύ να εγκλειστείς / εγκλεισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εγκλειστεί / εγκλεισθεί
εμείς να εγκλειστούμε / εγκλεισθούμε
εσείς να εγκλειστείτε / εγκλεισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εγκλειστούν / εγκλειστούνε / εγκλεισθούν / εγκλεισθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω εγκλειστεί / εγκλεισθεί
εσύ έχεις εγκλειστεί / εγκλεισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εγκλειστεί / εγκλεισθεί
εμείς έχουμε εγκλειστεί / εγκλεισθεί
εσείς έχετε εγκλειστεί / εγκλεισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εγκλειστεί / εγκλεισθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα εγκλειστεί / εγκλεισθεί
εσύ είχες εγκλειστεί / εγκλεισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εγκλειστεί / εγκλεισθεί
εμείς είχαμε εγκλειστεί / εγκλεισθεί
εσείς είχατε εγκλειστεί / εγκλεισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εγκλειστεί / εγκλεισθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω εγκλειστεί / εγκλεισθεί
εσύ θα έχεις εγκλειστεί / εγκλεισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εγκλειστεί / εγκλεισθεί
εμείς θα έχουμε εγκλειστεί / εγκλεισθεί
εσείς θα έχετε εγκλειστεί / εγκλεισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εγκλειστεί / εγκλεισθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) εγκλείεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) εγκλείσου
(εσείς) εγκλειστείτε / εγκλεισθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
εγκλείοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας εγκλείσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
εγκλειόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
εγκλεισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
εγκλείσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
εγκλειστεί / εγκλεισθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.