Κλίση του ρήματος εγείρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

εγείρω
to raise
Πλήρης κλίση του ρήματος εγείρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εγείρω
εσύ εγείρεις
αυτός/αυτή/αυτό εγείρει
εμείς εγείρουμε
εσείς εγείρετε
αυτοί/αυτές/αυτά εγείρουν / εγείρουνε

Παρατατικός

εγώ ήγειρα
εσύ ήγειρες
αυτός/αυτή/αυτό ήγειρε
εμείς εγείραμε
εσείς εγείρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ήγειραν / εγείραν / εγείρανε

Αόριστος

εγώ ήγειρα
εσύ ήγειρες
αυτός/αυτή/αυτό ήγειρε
εμείς εγείραμε
εσείς εγείρατε
αυτοί/αυτές/αυτά ήγειραν / εγείραν / εγείρανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εγείρω
εσύ θα εγείρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εγείρει
εμείς θα εγείρουμε
εσείς θα εγείρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγείρουν / θα εγείρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εγείρω
εσύ θα εγείρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα εγείρει
εμείς θα εγείρουμε
εσείς θα εγείρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγείρουν / θα εγείρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εγείρω
εσύ να εγείρεις
αυτός/αυτή/αυτό να εγείρει
εμείς να εγείρουμε
εσείς να εγείρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να εγείρουν / εγείρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εγείρει
εσύ έχεις εγείρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει εγείρει
εμείς έχουμε εγείρει
εσείς έχετε εγείρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εγείρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εγείρει
εσύ είχες εγείρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε εγείρει
εμείς είχαμε εγείρει
εσείς είχατε εγείρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εγείρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εγείρει
εσύ θα έχεις εγείρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εγείρει
εμείς θα έχουμε εγείρει
εσείς θα έχετε εγείρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εγείρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) –έγειρε
(εσείς) εγείρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) –έγειρε
(εσείς) εγείρετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ εγείρομαι
εσύ εγείρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό εγείρεται
εμείς εγειρόμαστε
εσείς εγείρεστε / εγείρεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά εγείρονται

Παρατατικός

εγώ εγειρόμουν / εγειρόμουνα
εσύ εγειρόσουν / εγειρόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό εγειρόταν / εγειρότανε
εμείς εγειρόμασταν / εγειρόμαστε
εσείς εγειρόσασταν / εγειρόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά εγείρονταν / εγειρόντουσαν

Αόριστος

εγώ εγέρθηκα
εσύ εγέρθηκες
αυτός/αυτή/αυτό εγέρθηκε / ηγέρθη
εμείς εγερθήκαμε
εσείς εγερθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά εγέρθηκαν / εγερθήκαν / εγερθήκανε / ηγέρθησαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα εγείρομαι
εσύ θα εγείρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα εγείρεται
εμείς θα εγειρόμαστε
εσείς θα εγείρεστε / θα εγείρεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγείρονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα εγερθώ
εσύ θα εγερθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα εγερθεί
εμείς θα εγερθούμε
εσείς θα εγερθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα εγερθούν / θα εγερθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να εγερθώ
εσύ να εγερθείς
αυτός/αυτή/αυτό να εγερθεί
εμείς να εγερθούμε
εσείς να εγερθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να εγερθούν / εγερθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω εγερθεί
εσύ έχεις εγερθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει εγερθεί
εμείς έχουμε εγερθεί
εσείς έχετε εγερθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν εγερθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα εγερθεί
εσύ είχες εγερθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε εγερθεί
εμείς είχαμε εγερθεί
εσείς είχατε εγερθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν εγερθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω εγερθεί
εσύ θα έχεις εγερθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει εγερθεί
εμείς θα έχουμε εγερθεί
εσείς θα έχετε εγερθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν εγερθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) εγείρεστε / εγείρεσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) εγέρσου
(εσείς) εγερθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

εγείροντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας εγείρει

Μετοχή παρακειμένου

εγερμένος, -η, -o

Απαρέμφατο

εγείρει

Απαρέμφατο (παθητικό)

εγερθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.